Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Η άνεργη νεολαία ως προεκλογικό ντεκόρ!


Η Μέρκελ λατρεύει τους νέους, ειδικά τους άνεργους. Το ίδιο ο Σόιμπλε. Κι ο Κοέλιο. Κι ο Ραχόι. Ο Σαμαράς, επίσης. Που επιπλέον από τους προηγούμενους - όπως είπε στο ταξίδι του στην Κίνα - κάθε πρωί που ξυπνάει, το πρώτο πράγμα που τον απασχολεί είναι οι άνεργοι νέοι...

Ολοι αυτοί, λοιπόν, αποφάσισαν να διαθέσουν το... αστρονομικό ποσό των 6 δισ. ευρώ (πού; στην ΕΕ των 20 εκατομμυρίων ανέργων!) για να στηρίξουν «προγράμματα κατά της ανεργίας»...

Ακόμα, δηλαδή, κι αν υποθέσουμε ότι τα λεφτά αυτά θα πήγαιναν όντως υπέρ ανέργων (και όχι υπέρ μονοπωλίων όπως, ασφαλώς, θα πάνε) σημαίνει ότι η έγνοια της ΕΕ προς κάθε άνεργο ξεχωριστά, αποτιμάται στα 300 ευρώ. Απαξ! Οποιος, δηλαδή, παραμείνει ένα χρόνο άνεργος, οι ηγέτες της ΕΕ θα «προσφέρουν» κάτι λιγότερο από... ένα ευρώ τη μέρα για να του βρουν δουλειά!

Για να αποτιμήσουμε, δε, την έγνοια της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης όσον αφορά τους νέους Ελληνες άνεργους, αρκεί να σημειώσουμε το εξής στοιχείο:

Το ποσό που «πρόκειται να πάει για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων» στην Ελλάδα υπολογίζεται στα 180 εκατ. ευρώ. Αυτά είναι! Ξέρετε σε τι αντιστοιχούν; Δεδομένων των στοιχείων του ΟΑΕΔ, που πάντα υπολείπονται της πραγματικότητας, η ανεργία των νέων κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα εκτιμάται ότι αφορά τουλάχιστον 300.000 ανθρώπους. Από τη «γενναιοδωρία» της ΕΕ, δηλαδή - ακόμα κι αν τα λεφτά αυτά δεν τα «τρώγανε» οι μεγαλοεργοδότες στο όνομα της «δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας» - εκείνο που θα είχε να περιμένει ένας νέος άνεργος στην Ελλάδα είναι... 600 ευρώ για όσο διάστημα θα παραμένει άνεργος. Αν υποθέσουμε ότι μένει ένα χρόνο άνεργος, του αναλογούν, δηλαδή, 50 ευρώ το μήνα. Αν είναι δύο χρόνια άνεργος η «βοήθεια» πέφτει στα 25 ευρώ το μήνα κ.ο.κ...

Για τόση «έγνοια» μιλάμε. Το μέγεθος και το βάθος της οποίας μπορεί να εκτιμηθεί και με έναν ακόμα τρόπο:

Αρκεί να τη συγκρίνει κανείς μόνο με το τελευταίο πακέτο προς τις ελληνικές τράπεζες. Σε μια χούφτα τραπεζίτες, δίπλα στα προηγούμενα πακέτα, παρέχουν ακόμα 50 δισ. ευρώ, μέσω της λεγόμενης «ανακεφαλαιοποίησης». Αλλά, ενώ και στην Ελλάδα και σε όλη την ΕΕ ταΐζουν - διαπιστωμένα και διαρκώς - με πακτωλό κεφαλαίων μια χούφτα κεφαλαιοκράτες, την ίδια ώρα στήνουν παραστάσεις εξαπάτησης. Ποζάρουν «φιλόστοργα». Κουνούν προς τους νέους άνεργους της Ευρώπης τα ψίχουλα της ελεημοσύνης τους. Και μετατρέπουν τη βαρβαρότητα της ανεργίας που οι ίδιοι προκαλούν σε προεκλογικό τους ντεκόρ, όπως η κυρία Μέρκελ, και σε τάχα μου «σωτήρια» πολιτική, όπως ο κ. Σαμαράς.

Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

Τι θέλουν με την ''κινητικότητα'' στην εργασία;


  • Ενα από τα βασικά εργαλεία για την ανάσχεση της ανεργίας στην ΕΕ, λένε πως είναι η ενθάρρυνση της κινητικότητας στην εργασία. Τι συνέπειες έχει για εργαζόμενους και άνεργους;


Τόσο με τις αποφάσεις της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής (27 - 28/6), όσο και στη διάσκεψη που ακολούθησε στο Βερολίνο (3/7), οι «27» της ΕΕ επανέλαβαν τις στρατηγικές κατευθύνσεις για ανάσχεση τάχα της ανεργίας, προσαρμοσμένες στις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης, που έχει εκτοξεύσει κυριολεκτικά την ανεργία, κύρια των νέων, λόγω της γενικευμένης καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων. Ανάμεσα στα άλλα, οι αρχηγοί των 27 καπιταλιστικών κρατών της ΕΕ διακήρυξαν ότι ένα από τα βασικά μέτρα που χρειάζονται ενίσχυση και ενθάρρυνση για να μειωθεί ο αριθμός των ανέργων, είναι η «κινητικότητα» στην εργασία. Οι υπουργοί Εργασίας που συμμετείχαν στη διάσκεψη του Βερολίνου, σημείωσαν στην κοινή τους διακήρυξη ότι πρέπει «να ενισχυθεί η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, να βελτιωθεί η λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης και κατάρτισης και να αξιοποιηθούν σωστά οι διαθέσιμοι πόροι». Τα ίδια επανέλαβε η Α. Μέρκελ στη δήλωσή της, υποδεικνύοντας σαν λύση για την ανεργία τις «έξυπνες μεταρρυθμίσεις», με στόχο να καταστεί «η αγορά εργασίας πιο ευέλικτη» και να ενθαρρυνθεί «η κινητικότητα των εργαζομένων». Αντίστοιχα, η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ είχε αποφασίσει «αύξηση της κινητικότητας των νέων που αναζητούν εργασία», μεταξύ άλλων μέσω «της ενίσχυσης του δικτύου EURES, της εφαρμογής της οδηγίας για την αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και το πρόγραμμα "Erasmus+"». Τι εννοούν με την κινητικότητα, γιατί καίγονται τόσο να την εφαρμόσουν και τι συνέπειες έχει για τους εργαζόμενους;

Οταν λένε ''κινητικότητα'' στην εργασία, την αντιλαμβάνονται και την προωθούν σε πολλά επίπεδα:

  • ''Κινητικότητα'' από επάγγελμα σε επάγγελμα: Λένε πως σήμερα ο εργαζόμενος δεν μπορεί να ξεκινάει και να τελειώνει τον εργάσιμο βίο του σε μια και μόνη εργασία. Πως οι σύγχρονες ανάγκες των επιχειρήσεων επιβάλλουν να μετακινείται ο εργαζόμενος σε άλλο επάγγελμα ή ειδικότητα, όταν ο εργοδότης πάψει να τον έχει ανάγκη στο πόστο ή στη θέση εργασίας που μέχρι τότε απασχολούνταν. Η μετακίνηση αυτή, ή η απόλυση, πρέπει να γίνεται με το ελάχιστο ή ακόμα και μηδενικό κόστος για τον εργοδότη, ενώ ο εργαζόμενος καλλιεργεί συνείδηση ότι κάθε δουλειά είναι εφήμερη. Γι' αυτό απελευθερώνουν κι άλλο τις απολύσεις, προβλέποντας επί της ουσίας μηδενικές συνέπειες για την εταιρεία και ελάχιστες αποζημιώσεις προς τους εργαζόμενους, αν η εργοδοσία αποφασίσει να αναδιαρθρώσει μια επιχείρηση και να απολύσει μαζικά τους εργατοϋπαλλήλους της. Ταυτόχρονα, θεσπίζουν συστήματα κατάρτισης και επανακατάρτισης, ώστε ο εργαζόμενος, από νεαρή ηλικία, να μετατρέπεται σε γυρολόγο των κάθε λογής «τυπικών» και «άτυπων» δομών που προσφέρουν δεξιότητες, κάθε φορά που απολύεται από μια δουλειά και πρέπει να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του επόμενου εργοδότη του. Με αυτόν τον τρόπο, το πτυχίο χάνει κάθε επαγγελματικό δικαίωμα και υποβαθμίζεται η σε βάθος εκπαίδευση σε αντικείμενα που είναι αναγκαία σήμερα για να ικανοποιήσει η κοινωνία τις σύνθετες ανάγκες της. Και, βέβαια, η κινητικότητα στην εργασία συνοδεύεται από γκρέμισμα κάθε εργασιακού δικαιώματος που κατακτήθηκε με συλλογικούς αγώνες, αφού ο εργαζόμενος δεν θα κατοχυρώνει δικαιώματα που προβλέπονταν έως τώρα από τις Συλλογικές Συμβάσεις (τριετίες, επιδόματα, κ.λπ.), θα μετακινείται από κλάδο σε κλάδο με ατομικές συμβάσεις, και πάει λέγοντας.


  • ''Κινητικότητα'' από χώρα σε χώρα: Λένε πως στις σύγχρονες συνθήκες της παγκοσμιοποιημένης δράσης του κεφαλαίου, ο άνεργος θα πρέπει να είναι διατεθειμένος να αναζητήσει το μεροκάματο σε οποιαδήποτε χώρα του προσφερθεί. Γι' αυτό φτιάχνουν νόμους για την απασχόληση εργαζομένων σε τρίτες χώρες, όπως η οδηγία Μπολκεστάιν. Γι' αυτό στήνουν πανευρωπαϊκά δίκτυα εύρεσης εργασίας, καλλιεργώντας συνείδηση ότι όλη η ΕΕ είναι μια ενιαία αγορά εργασίας, στην οποία ο άνεργος πρέπει να αναζητήσει εισόδημα, ακόμα κι αν χρειαστεί να ξεσπιτωθεί, να εγκαταλείψει τη χώρα του, να ανατρέπει κάθε τρεις και λίγο την οικογενειακή και κοινωνική του ζωή, να μη στεριώνει πουθενά συνδικαλιστικά και αυτό να έχει αρνητική αντανάκλαση και στο κίνημα. Λένε μάλιστα οι αθεόφοβοι ότι η ιδιοκατοίκηση, το κεραμίδι δηλαδή που μια οικογένεια κατάφερε με κόπους και δάνεια να βάλει πάνω από το κεφάλι της, είναι ανασταλτικός παράγοντας στην κινητικότητα της εργασίας και πρέπει να περιοριστεί! Εγραφε τις προάλλες ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο «VoxEU.org»: «Το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης ίσως είναι ένας σημαντικός λόγος για την υψηλή ανεργία (...) Η Ελβετία έχει 3% ανεργία και 30% ιδιοκατοίκηση, ενώ η Ισπανία έχει 25% ανεργία και 80% ποσοστό ιδιοκατοίκησης (...) Η υψηλότερη ιδιοκατοίκηση οδηγεί σε χαμηλότερη κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, μεγαλύτερους χρόνους μετακίνησης προς την εργασία, και ένα χαμηλότερο ρυθμό σχηματισμού των επιχειρήσεων». Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που στην Αμερική κάνουν θραύση οι «νομάδες» εργαζόμενοι, που ζουν σε τροχόσπιτα και μετακινούνται όπου υπάρχει μεροκάματο.


Τα σχέδιά τους περιγράφουν συνθήκες σύγχρονης δουλείας, ιδιαίτερα για τους νέους. Το σύστημα της εκμετάλλευσης αντιδραστικοποιείται ακόμα περισσότερο και κανένα μερεμέτι δεν μπορεί να κρύψει ότι έχει ωριμάσει η ανάγκη για την ανατροπή του. Η εργασιακή ζούγκλα που φτιάχνουν για τα μονοπώλια θα έχει για θύματα τα εκατομμύρια εργαζόμενους και άνεργους, κύρια τους νέους, που τώρα προσπαθούν να μπουν στην παραγωγή.


Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Οι απαραίτητες συναινέσεις...


''Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι'' λέει ο λαός και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σιγά σιγά προετοιμάζει το έδαφος των «απαραίτητων συναινέσεων» για την άσκηση της αστικής διαχείρισης. Χτες, ο βουλευτής του Π. Τατσόπουλος δήλωσε στο ρ/σ «Βήμα» ότι «για μένα δε θα ήταν ταμπού των ταμπού να συνεργαστώ με ένα κομμάτι πατριωτών της ΝΔ, δε θα ήταν ταμπού να συνεργαστώ με ένα κομμάτι της σοσιαλδημοκρατίας που εκφράζεται μέσα απ' το ΠΑΣΟΚ»... Για να καταλαβαινόμαστε, αναφέρεται σε τμήμα των κομμάτων που οδήγησαν το λαό στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία και που ενδεχομένως αύριο στο πλαίσιο των αντιθέσεων στο εσωτερικό της αστικής τάξης που αντανακλώνται στα κόμματά της και στο υπό αναμόρφωση πολιτικό σκηνικό, μείνουν ανέστια...

Εξάλλου, στην πατριωτική δεξιά ομνύει και ο Αλ. Τσίπρας, αν και ο Π. Τατσόπουλος πιο καθαρά υποδεικνύει στο στελεχικό δυναμικό της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Την ίδια ώρα ο Π. Σκουρλέτης («ΣΚΑΪ») ερωτάται πώς θα προωθήσουν τις αλλαγές που προτείνουν στο πολιτικό σύστημα αφού απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση που με τη σειρά της απαιτεί τουλάχιστον 200 ψήφους στη Βουλή που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να διαθέτει ακόμα κι αν έρθει πρώτο κόμμα. Και απαντά: «Οπως προβλέπεται. Δεν πάμε να υπερβούμε τα προβλεπόμενα. Αυτό βέβαια σημαίνει ευρύτερες συναινέσεις».

Αναμενόμενο, ούτως ή άλλως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη προσφέρει στέγη σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα του στελεχικού δυναμικού του ΠΑΣΟΚ που αναζήτησε αλλού την τύχη του. Αντιλαμβάνεται ότι για να κυβερνήσει πρέπει να στεγάσει κι άλλους, να τείνει χείρα φιλίας σε πολλούς. Κι εδώ υπάρχουν πολλοί διαθέσιμοι, άλλωστε ταμπέλα μόνο θα αλλάξουν και όχι περιεχόμενο. Αυτό που κάνουν ως σήμερα θα συνεχίσουν να κάνουν, να εκπροσωπούν και να εκφράζουν την αστική τάξη και τα συμφέροντά της κόντρα στα συμφέροντα του λαού.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για το πετσόκομμα των δαπανών για τα φάρμακα


Σε πρόσφατη ημερίδα της ΗΔΙΚΑ ΑΕ (Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης ΑΕ) παρουσιάστηκαν τα απολογιστικά στοιχεία για τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη.
Αυτά, μάλιστα, προβλήθηκαν από την κυβέρνηση μέσα σε πανηγυρικό κλίμα ως θετικά καθώς έδειξαν ότι «επιτυγχάνεται ο στόχος για μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης».

Και είναι πράγματι έτσι. Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη από 4,5 δισ. ευρώ το 2010 μειώθηκε στα 2,88 δισ. ευρώ το 2012, δηλαδή κατά 39%. Την ίδια περίοδο η μεσοσταθμική συμμετοχή των ασφαλισμένων για την αγορά φαρμάκων αυξήθηκε από 9% που ήταν το 2010 σε 17% το 2012.

Αυτά τα στοιχεία, που σηματοδοτούν την «επιτυχία» του κυβερνητικού έργου, είναι το αποτέλεσμα μίας σειράς αντιλαϊκών μέτρων που πάρθηκαν και υλοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια από όλες τις κυβερνήσεις και επιδείνωσαν τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη δημόσια φαρμακευτική περίθαλψη του λαού.

Τέτοια μέτρα ήταν:

  • Η αύξηση της συμμετοχής των ασφαλισμένων στο 25% για την αγορά φαρμάκων ή και η επιβολή συμμετοχής (10%) σε φάρμακα που πριν δεν υπήρχε.


Ετσι, ασθενείς με χρόνιες και βαριές παθήσεις αναγκάζονται να πληρώνουν πλέον μεγάλα ποσά συμμετοχής για την αγορά φαρμάκων κάθε μήνα.

  • Η πληρωμή από τους ασφαλισμένους του 50% της διαφοράς μεταξύ της τιμής που αποζημιώνει το ασφαλιστικό ταμείο από την υψηλότερη λιανική τιμή.


Με το μέτρο αυτό αρκετοί ασθενείς εξαναγκάζονται να αλλάζουν το σκεύασμα που έπαιρναν λόγω του κόστους που δεν μπορούν να πληρώσουν, με ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας τους.

Η εφαρμογή της αρνητικής λίστας φαρμάκων

Συμπεριλήφθηκαν σε αυτήν εκατοντάδες φάρμακα που δεν αποζημιώνονται πλέον από τα ασφαλιστικά ταμεία και οι ασφαλισμένοι πληρώνουν εξολοκλήρου για την αγορά τους. Πρόκειται, μάλιστα, για μία σειρά από φάρμακα ευρείας χρήσης, όπως αντιπυρετικά, αναλγητικά, αντιβηχικά και άλλων κατηγοριών.

Ταυτόχρονα, ένας άλλος παράγοντας που συντέλεσε στον «εθνικό στόχο» για τη μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες των ανέργων και ανασφάλιστων - θυμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης - που απάλλαξαν τον ΕΟΠΥΥ και τα ασφαλιστικά ταμεία από τις «υπερβολικές δαπάνες» αφού έχουν χάσει κάθε ασφαλιστικό δικαίωμα όχι μόνο για φάρμακα αλλά και για όλες τις υπηρεσίες Υγείας. Ολοι αυτοί έχουν πλέον την «ελευθερία» να διαλέξουν αν θα πληρώσουν οι ίδιοι το κόστος, αν δεν πάρουν καθόλου τη φαρμακευτική αγωγή ή αν θα ψάξουν να βρουν φάρμακο σε κάποιο «κοινωνικό φαρμακείο».

Με πρωταγωνιστή τη δραστική κρατική υποχρηματοδότηση και σε συνδυασμό με την ανεργία, την ανασφάλιστη εργασία, τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών έχει δημιουργηθεί μία πραγματικά εκρηκτική κατάσταση στα ασφαλιστικά ταμεία και στον ΕΟΠΥΥ.

Αυτά είναι τα μέτρα και οι παράγοντες που είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης. Γι' αυτά τα «επιτεύγματα» πανηγυρίζει η κυβέρνηση.

Δεν μπορούν, όμως, να συμμεριστούν τη χαρά και τα πανηγύρια οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι και ανασφάλιστοι που επιβαρύνονται οικονομικά και ταυτόχρονα έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία τους. Αυτοί είναι που πληρώνουν το τίμημα - και με την ίδια τους την υγεία, ακόμα και τη ζωή τους - για να δημιουργηθεί ευνοϊκό περιβάλλον για τις επενδύσεις του κεφαλαίου.

Ταυτόχρονα, μέσα σε αυτές τις συνθήκες η κυβέρνηση παίρνει ορισμένα μέτρα που απευθύνονται στοχευμένα σε συγκεκριμένες κατηγορίες και αριθμό ασθενών, προκειμένου να διαχειριστεί και να αμβλύνει τις πιο ακραίες συνέπειες της βάρβαρης πολιτικής της. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται το μέτρο που ανακοίνωσε ότι θα πάρει για την παροχή φαρμάκων με μηδενική συμμετοχή σε 50.000 ασφαλισμένους κάτω από το όριο της φτώχειας από 4 φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ. Το ίδιο ισχύει και με την ανακοίνωση ότι θα μειωθεί το ποσοστό συμμετοχής των ασθενών στην αγορά των φαρμάκων για ορισμένες παθήσεις. Αυτά τα παρουσιάζει, μάλιστα, ως δυνατότητα που προέκυψε από την «εξοικονόμηση πόρων» από τη φαρμακευτική δαπάνη. Στην ουσία αφού λεηλάτησε το λαϊκό εισόδημα και μέσω της αύξησης των πληρωμών για φάρμακα, ένα μικρό μέρος απ' αυτές τις πληρωμές τις χρησιμοποιεί για την κάλυψη ορισμένων τέτοιων αναγκών. Πρόκειται για μέτρα που ανακυκλώνουν τη φτώχεια και την ανέχεια με τη λογική «παίρνω από τους φτωχούς για να ενισχύσω τους ακόμα πιο φτωχούς». Είναι μέτρα αποσπασματικά και ανεπαρκή και φυσικά δεν αλλάζουν στο ελάχιστο τους στόχους και τη ρότα της αντιλαϊκής πολιτικής για συνέχιση της ραγδαίας περιστολής των κρατικών δαπανών για Υγεία - Πρόνοια - Φάρμακο για όλους.

Το αποτέλεσμα και η αιτία

Η μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης εντάσσεται στο γενικότερο στόχο της κυβέρνησης, του κεφαλαίου και της ΕΕ για «μείωση του μη μισθολογικού κόστους», που περιλαμβάνει και την Υγεία, Πρόνοια, Φάρμακο. Είναι απαραίτητος όρος - μεταξύ άλλων - για τη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, για τη δημιουργία ακόμα πιο «φθηνών» για το κράτος και το κεφάλαιο εργαζομένων. Διότι έτσι θα εξασφαλίζεται ακόμα υψηλότερο κέρδος στους επιχειρηματικούς ομίλους, ενώ παράλληλα το καπιταλιστικό κράτος «μειώνοντας τα έξοδά του» μπορεί να εξασφαλίσει με καλύτερους όρους τη στήριξη του κεφαλαίου με παντός είδους κίνητρα, όπως φοροαπαλλαγές, φοροελαφρύνσεις, μείωση ασφαλιστικών εισφορών, ακόμα και με «ζεστό χρήμα».

Αυτή είναι η βαθύτερη αιτία των μέτρων που εφαρμόζονται και στον τομέα της δημόσιας φαρμακευτικής περίθαλψης. Εχει μεγάλη σημασία για το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της πάλης του εργατικού και λαϊκού κινήματος να συνειδητοποιηθεί ότι αυτά που βιώνουν οι εργαζόμενοι ως περικοπές, αύξηση των πληρωμών για φάρμακα είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία. Η αιτία βρίσκεται στην κοινωνική σχέση μεταξύ εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου, που δημιουργεί όρια στο επίπεδο των κατακτήσεων, τα οποία αντικειμενικά συμπιέζονται και θα συμπιέζονται όλο και πιο κάτω προκειμένου να διαμορφώνεται πρόσφορο έδαφος για τη δράση των μονοπωλίων.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης που γνώρισαν οι εργαζόμενοι όλα αυτά τα χρόνια αλλά και οι προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της καπιταλιστικής οικονομίας. Το πρόβλημα της επιδείνωσης της δημόσιας φαρμακευτικής περίθαλψης είναι κατεξοχήν πολιτικό - ταξικό και όχι οικονομικό.

Οσο τα μονοπώλια κατέχουν τα «κλειδιά της οικονομίας», καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αναιρέσει την αντικειμενική ανάγκη του κεφαλαίου για ολοένα και μεγαλύτερη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης.

Από αυτή τη σκοπιά η όποια ανάπτυξη προκύψει από την ανάκαμψη της καπιταλιστικής οικονομίας, όποτε κι αν αυτή έρθει και με όποιο πολιτικό μείγμα διαχείρισης κι αν γίνει, θα πατήσει πάνω στα συντρίμμια των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Οχι μόνο δε θα λύσει τα προβλήματα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του λαού, αλλά θα τα οξύνει όλο και περισσότερο, επιβάλλοντας συνεχώς νέα αντιλαϊκά μέτρα, νέες περικοπές στις παροχές και νέες πληρωμές από το λεηλατημένο λαϊκό εισόδημα. Αυτό επιβεβαιώνεται ήδη και από τις πρόσφατες διαπιστώσεις κυβέρνησης και τρόικας αναφορικά με τον ΕΟΠΥΥ, το έλλειμμα που εμφανίζει, τις «υπερβάσεις πληρωμών του», αλλά και τις «υπερβάσεις της φαρμακευτικής δαπάνης πέραν των 2,44 δισ. ευρώ που έχει συμφωνηθεί», προαναγγέλλοντας ουσιαστικά νέα δυσβάσταχτα μέτρα για το λαό. Αποδεικνύεται ότι παρά τη σωρεία αντιλαϊκών μέτρων, το βαρέλι δεν έχει πάτο.

Οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα πρέπει να αξιοποιήσουν την πείρα τους και να βγάλουν συμπεράσματα.

Να μη χαθεί άλλος πολύτιμος χρόνος

Οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι τώρα να οργανωθούν, να αντιπαλέψουν αυτή τη βάρβαρη πολιτική, να διεκδικήσουν σύγχρονες και δωρεάν υπηρεσίες Υγείας, Πρόνοιας και Φαρμάκου για όλους. Κριτήριο των διεκδικήσεων και των στόχων πάλης πρέπει να είναι η πλήρης και δωρεάν κάλυψη των λαϊκών αναγκών στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Να απορριφθούν τα επιχειρήματα - ιδεολογήματα των κάθε λογής υποστηρικτών του κεφαλαίου, περί «εθνικής προσπάθειας», «επώδυνων αλλά αναγκαίων μέτρων», «μέτρων που οδηγούν στη λύση» κ.λπ., τα οποία αδρανοποιούν και ενσωματώνουν το λαό στις επιδιώξεις του κεφαλαίου.

Τώρα το εργατικό, λαϊκό κίνημα, η κοινωνική συμμαχία πρέπει να οργανώσει την πάλη για πλήρη κρατική χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων και του ΕΟΠΥΥ. Προτεραιότητα αποτελεί η στήριξη των ανέργων, των ανασφάλιστων, η εξασφάλιση από το κράτος της ιατροφαρμακευτικής τους περίθαλψης.

Να βρουν ισχυρή και αποτελεσματική αντίσταση τα νέα μέτρα περικοπών στην Υγεία που ετοιμάζονται να εφαρμοστούν από την κυβέρνηση, να δημιουργηθούν οι κοινωνικοί και πολιτικοί όροι για την ανατροπή τους, ανοίγοντας το δρόμο για μία άλλη ανάπτυξη που στο επίκεντρο θα έχει την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και όχι τα κέρδη των μονοπωλίων.

Χριστίνα ΜΑΤΣΙΑΚΑ
Μέλος του Τμήματος Υγείας - Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Στα ψιλά: Ανεργία

Άλλη μια έρευνα της Γιούροστατ προχτές ήρθε να επιβεβαιώσει τα δραματικά ποσοστά ανεργίας στην Ελλάδα και άλλα κράτη στην Ευρώπη. Η πολιτική διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος της πλουτοκρατίας και της εξουσίας της δημιουργεί ατελείωτες στρατιές ανέργων και κακοπληρωμένων εργαζομένων.

Μια ματιά στα επίσημα ποσοστά ανεργίας για το Μάη συγκριτικά με τον Απρίλη (στα οποία, ως γνωστόν, δεν συμπεριλαμβάνεται όποιος εργάστηκε έστω και μια ώρα μέσα στο μήνα!) είναι αρκετή: Στην Ελλάδα 26,8% και για τους νέους 59,2%. Στην Ισπανία 26,9% και για τους νέους 56,5%. Στην Πορτογαλία 17,6% και για τους νέους 42,1%. Στην Κύπρο 16,3% και για τους νέους 34,8%. Στη Σλοβακία 14,2% και για τους νέους 34,6%. Στην Ιρλανδία 13,6% και για τους νέους 26,3%. Στην Ιταλία 12,2% και για τους νέους 38,5%. Για την Ευρωζώνη ως σύνολο το ποσοστό της ανεργίας είναι 12,1% και για τους νέους 23,8%, ενώ για την ΕΕ είναι 11% και 23,2% αντίστοιχα.

Την ανεργία δεν μπορούν ούτε να την αντιμετωπίσουν όσοι υποκλίνονται στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης και πίνουν νερό στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Όσες θέσεις εργασίας και αν δημιουργηθούν από την καπιταλιστική ανάκαμψη, θα είναι κακοπληρωμένες και αποτελούν «σταγόνα στον ωκεανό» μπροστά στο 1,5 εκατ. ανέργων και το συνεχές κλείσιμο επιχειρήσεων που οδηγεί στην ανεργία και άλλους εργαζόμενους. Γι’ αυτό και κανένας νέος δεν πρέπει να πατήσει την μπανανόφλουδα της συνόδου του Βερολίνου που ξεκινάει αύριο με στόχο την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων μέχρι 25 ετών στην Ευρώπη.

Γιατί σε αυτήν τη σύνοδο, η λυκοσυμμαχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλει να δει πώς θα εφαρμόσει πιο αποτελεσματικά όλες τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στα εργασιακά, ασφαλιστικά και άλλα δικαιώματα των εργαζομένων, πώς θα μετατρέψει τη νέα βάρδια της εργατικής τάξης σε σκλάβους, χωρίς δικαιώματα, χωρίς ασφάλιση, με μισθό-χαρτζιλίκι, που θα αισθάνεται και ευγνωμοσύνη προς τους εκμεταλλευτές του γιατί του πετάνε ένα ξεροκόμματο αφού έχουν βγάλει από τη δουλειά του τσουβάλια κέρδη.

Εξάλλου, ο δρόμος είναι γνωστός: Αντί για δουλειά, οι νέοι θα στρέφονται στη «μαθητεία», δηλαδή σε τζάμπα εργασία η οποία νομιμοποιείται βαφτιζόμενη «πρόγραμμα μαθητείας», «στάδιο» ανάμεσα στο σχολείο ή τη σχολή και την εργασία, «εκπαίδευση» του νέου εργαζόμενου σε μια δουλειά που υποτίθεται πως έχει ήδη διδαχτεί. Έτσι εργαζόμενοι βαφτίζονται «μαθητευόμενοι» και είτε δεν παίρνουν μισθό, είτε παίρνουν ψίχουλα, χωρίς ασφάλιση και δικαιώματα, για κάποιους μήνες. Επίσης, αντί για δουλειά με συγκροτημένα δικαιώματα (ωράριο, μισθό με βάση συλλογικές συμβάσεις, ασφαλιστική κάλυψη, ένσημο κλπ.), οι εργαζόμενοι θα «βγουν» από τις λίστες της ανεργίας για να μπουν στις λίστες των «μίνι τζομπς», όπου το μόνο που είναι «μίνι» είναι ο μισθός (γύρω στα 350 ευρώ) για πλήρη εργασία! Και, βέβαια, στο πλαίσιο αυτό βρίσκουν τη θέση τους διάφορες παροχές προς τους επιχειρηματίες προκειμένου να προσλάβουν ανέργους: Ζεστό κρατικό χρήμα στις επιχειρήσεις με τη μορφή της επιδότησης, φοροαπαλλαγές, απαλλαγή από την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών κλπ. Ήδη στην Ισπανία οι επιχειρήσεις απολαμβάνουν φορολογικές ελαφρύνσεις για κάθε άνεργο που προσλαμβάνουν, ακόμα κι αν αυτός αμείβεται νόμιμα με 400 ευρώ!

Το μέλλον και τα όνειρα των νέων δεν βρίσκονται στο δίλημμα ανάμεσα στην ανεργία ή την τζάμπα εργασία για λίγους μήνες. Το μέλλον που τους αξίζει περνάει μέσα από τη δική τους δράση: Οι νέοι να πυκνώσουν τις γραμμές του εργατικού - λαϊκού κινήματος, της Λαϊκής Συμμαχίας, να συμπορευτούν με το ΚΚΕ για να ανατραπεί το καπιταλιστικό σύστημα που αναπαράγει την ανεργία και την εκμετάλλευση.

Πείρα από τις απαγορεύσεις φασιστικών ομάδων

Το παράδειγμα της Γερμανίας
Το γερμανικό Σύνταγμα (άρθρο 21) προβλέπει την απαγόρευση κομμάτων που αντιβαίνουν στις αρχές του, και ιδιαίτερα σ' αυτές της «ελεύθερης δημοκρατικής τάξης».

Στη βάση αυτή η αστική τάξη της Δυτικής Γερμανίας μεταπολεμικά ξεκίνησε τη διαδικασία απαγόρευσης του κόμματος της εργατικής τάξης, του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, που ολοκληρώθηκε το 1956. Με στόχο να διασκεδάσει το χτύπημα του κομμουνιστικού, εργατικού κινήματος η αστική τάξη απαγόρευσε αρχικά στη βάση των σχετικών νόμων ένα μικρό νεοναζιστικό κόμμα με την επωνυμία «Σοσιαλιστικό Κόμμα του Ράιχ» το 1952, κι ενώ το χιτλερικό «Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα» (NSDAP) και τα παρακλάδια του είχαν απαγορευτεί με συμμαχική απόφαση ήδη τον Οκτώβρη του 1945.

Παρά το γεγονός αυτό, στην πράξη οι παλιοί ναζί είχαν ξαναγίνει κρατικοί υπάλληλοι, δικαστές και δάσκαλοι, και οι αξιωματικοί της Βέρμαχτ είχαν αναλάβει πάλι υπηρεσία.

Στη Γερμανία έχει διαμορφωθεί νομοθετικό πλαίσιο που δίνει τη δυνατότητα στα υπουργεία Εσωτερικών της Ομοσπονδίας και των κρατιδίων να απαγορεύουν συλλόγους και οργανώσεις που αναπτύσσουν «αντισυνταγματική δραστηριότητα».

Στη βάση αυτή έχουν τεθεί κατά καιρούς 16 νεοναζιστικές οργανώσεις σε ομοσπονδιακό και 72 σε κρατιδιακό επίπεδο εκτός νόμου, έχοντας γενικά μικρές οργανωμένες δυνάμεις. Ωστόσο, δεν ισχύει, όπως λέγεται, γενική απαγόρευση των φασιστικών ομάδων, ενώ νόμιμα δρα το μεγαλύτερο ναζιστικό κόμμα, το NPD.

Σε πολλές περιπτώσεις οι απαγορεύσεις γίνονται μέσα από μια διαδικασία αναίρεσης στην πράξη και αυτό φαίνεται από την πορεία αναδιάταξης του νεοναζιστικού χώρου με τη δημιουργία ομάδων που αυτοαποκαλούνται «Ελεύθεροι Σύνδεσμοι Συναγωνιστών» (Freie Kameradschaften).

Οι ομάδες αυτές είναι οργανωτικά αυτόνομες αλλά στενά δικτυωμένες μεταξύ τους. Ο αριθμός τους παγγερμανικά ανέρχεται στις 150 με τοπική και περιφερειακή δράση. Η δικτύωση των μεμονωμένων συνδέσμων γίνεται μέσα από γραφεία δράσης, συντονιστικές συναντήσεις και ιδιαίτερα μέσω του διαδικτύου. Σύμφωνα με στοιχεία της Εισαγγελίας της Δρέσδης μόνο στη Σαξονία υπάρχουν 40 τέτοιοι Σύνδεσμοι με συνολικά 1.800 μέλη, μικρός σχετικά αριθμός συγκριτικά με το μέγεθος της Γερμανίας.
Στη Γερμανία δραστηριοποιείται επίσης το δίκτυο Συνδέσμων νεοναζιστικών οργανώσεων στη Βαυαρία, το «Ελεύθερο Δίκτυο του Νότου» Freies Netz Sud. Αξίζει να θυμηθούμε ότι μέλη του δικτύου αυτού επισκέφτηκαν τη Βουλή το Φλεβάρη του 2013, προσκαλεσμένοι από τη φασιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή, σαν ανταπόδοση της επίσκεψης μελών της στη Νυρεμβέργη το Νοέμβρη του 2012.

Κύριο πεδίο δράσης των Συνδέσμων είναι διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις. Τα θέματα των συγκεντρώσεων όπως λένε οι ίδιοι είναι δευτερεύουσας σημασίας, το βασικό είναι η παρουσία τους στους δρόμους, όπως π.χ. με την Πορεία Μνήμης στο ναζιστή Ρούντολφ Ες.

Οι Σύνδεσμοι διεξάγουν παραστρατιωτικές ασκήσεις κυρίως σε απομακρυσμένες δασικές εκτάσεις, και με κανονικά όπλα. Κάθε τόσο, μέλη των Συνδέσμων θεωρούνται υπεύθυνα για βομβιστικές ενέργειες, δολοφονίες, εμπρησμούς σπιτιών και καταστημάτων. Σε σπίτια τους βρίσκονται αποθήκες πυρομαχικών και εκρηκτικών υλών.

Ιδιαίτερα στα ανατολικά κρατίδια πολλά στελέχη των Συνδέσμων είναι και δραστήρια μέλη του Εθνικοδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (NPD) ή της οργάνωσης νεολαίας του (JN). To NPD δεν εκπροσωπείται στην Κεντρική Βουλή (Μπούντεσνταγκ) αλλά σε 2 κρατιδιακά Κοινοβούλια στην ανατολική Γερμανία (στη Σαξονία με 8 έδρες και στο Μέκλενμπουργκ με 6 έδρες). Η παρουσία του στην τοπική διοίκηση είναι πιο έντονη, έχοντας 330 δημοτικούς συμβούλους σε δήμους και κοινότητες 14 κρατιδίων. Βασικές πολιτικές θέσεις αυτού του φασιστικού κόμματος είναι η «δημιουργία θέσεων εργασίας για Γερμανούς, εθνική οικονομία προσανατολισμένη στο ζωτικό χώρο του ανθρώπου σαν απάντηση στην παγκοσμιοποίηση, ενίσχυση της ασφάλειας και πρόγραμμα για τον επαναπατρισμό των αλλοδαπών».

Ουσιαστικά το NPD είναι φασιστικό μόρφωμα που έχει την ιδιότητα ενός νόμιμου κόμματος, σύμφωνα με τη νομοθεσία «περί κομμάτων» της Γερμανίας. Το 2001 ο τότε καγκελάριος Σρέντερ κίνησε τη διαδικασία απαγόρευσής του με την αιτιολογία της αντισυνταγματικότητας. Η διαδικασία αυτή σταμάτησε δυο χρόνια αργότερα, όταν αποκαλύφθηκε ότι στελέχη της ηγεσίας του ήταν πράκτορες των κρατικών υπηρεσιών, π.χ. ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της κρατιδιακής οργάνωσης της Βόρειας Ρηνανίας.
Στα τέλη του περασμένου χρόνου οι υπουργοί Εσωτερικών των κρατιδίων αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια καινούρια διαδικασία απαγόρευσης του NPD, σαν αντίδραση στις διασυνδέσεις που αποκαλύφθηκαν μεταξύ στελέχους του κόμματος αυτού με την Εθνικοσοσιαλιστική Παράνομη Δράση (NSU), μέλη της οποίας δικάζονται αυτό το διάστημα στο Μόναχο για τη δολοφονία 9 μεταναστών και 1 αστυνομικού.

Και στην περίπτωση αυτή αποκαλύφθηκε ότι η οργάνωση έμεινε επί 13 ολόκληρα χρόνια στο απυρόβλητο ακριβώς επειδή είχε τις πλάτες κρατικών υπηρεσιών, όπως της Ομοσπονδιακής Εγκληματολογικής Υπηρεσίας που διέταξε τη διαγραφή πολύτιμων αποδεικτικών στοιχείων και δεδομένων που σχετίζονταν άμεσα με την οργάνωση.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας «Προστασίας του Συντάγματος» καθώς και τρεις συνάδελφοί του από κρατίδια παραιτήθηκαν αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τους «λανθασμένους χειρισμούς» αναφορικά με τους δολοφόνους νεοναζί, και θέλοντας να ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου. Είναι αποδεδειγμένο ότι οι οργανώσεις αυτές λειτουργούσαν και λειτουργούν ως «το μακρύ χέρι του κράτους».

Τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει την εμφάνισή τους στη Γερμανία και οι αυτοαποκαλούμενοι «Αυτόνομοι Εθνικιστές». Χαρακτηριστικό αυτών των φασιστικών ομάδων είναι η ομοιόμορφη μαύρη περιβολή και η αποσπασματική χρήση «αντισυστημικών» συνθημάτων όπως «Ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και τον πόλεμο», «Ο καπιταλισμός σκοτώνει» κ.λπ. Στήνουν πρωτοβουλίες σε γειτονιές με αποπροσανατολιστικές ονομασίες, π.χ. «για μια όμορφη πόλη», επιδιώκοντας να ενοχοποιήσουν τους μετανάστες και να στρέψουν κατοίκους ενάντια στην ίδρυση κέντρων μεταναστών. Αν και ακόμα όλες αυτές οι φασιστικές ομάδες δεν έχουν μαζικοποιηθεί όπως σε άλλες χώρες (βλ. Ουγγαρία) κάνουν προσπάθεια εξάπλωσης παραπέρα και πάνω στη βάση υπαρκτών προβλημάτων που δημιουργεί ο καπιταλισμός αναπτύσσουν «κοινωνικές δραστηριότητες», όπως την οργάνωση γραφείων εξυπηρέτησης πολιτών, φροντιστηρίων για αδύνατους μαθητές, γιορτών σε παραμελημένες αγροτικές περιοχές κ.ά.
Τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι νομικές απαγορεύσεις φασιστικών οργανώσεων μπορεί να βάζουν ορισμένα εμπόδια όμως οι φασίστες συνεχίζουν να δρουν, να καλύπτονται από μηχανισμούς του αστικού κράτους και να τροφοδοτούνται από το εκμεταλλευτικό σύστημα που τους γεννά και τους θρέφει.

Η θέση για την κοινή δράση των πολιτικών δυνάμεων του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου» αποπροσανατολίζει το λαό, χρησιμοποιείται σαν άλλοθι και βάση μπολιάσματος της λαϊκής συνείδησης με τις θεωρίες «των δύο άκρων» και του αντικομμουνισμού.

Γεγονός είναι ότι οι φασιστικές οργανώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν, να απομονωθούν από ένα γερά οργανωμένο και ταξικά προσανατολισμένο εργατικό κίνημα. 

Από μια ισχυρή λαϊκή συμμαχία που θα παλεύει με κατεύθυνση την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας που γεννάει το φασισμό.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

''Μαθητεία'' αντί για σχολικά θρανία

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος κυβέρνησης και ΕΕ βρίσκεται η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, και συγκεκριμένα ο στόχος να συνδεθεί στενότερα με τις επιχειρήσεις αλλά και να αυξηθεί ο αριθμός των νέων που στρέφονται, πριν ολοκληρώσουν τη βασική εκπαίδευση, σε αυτή. Τα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης εξασφαλίζουν εργατική δύναμη που καταρτίζεται και προσαρμόζεται στις ανάγκες της «αγοράς» σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ διοχετεύουν στις επιχειρήσεις φθηνούς και χωρίς δικαιώματα εργαζόμενους κάτω από τον τίτλο της μαθητείας και της πρακτικής άσκησης. Παράλληλα, η επαγγελματική εκπαίδευση αξιοποιείται ως «ενεργητική πολιτική απασχόλησης» και προβάλλεται ως απάντηση στα υψηλά ποσοστά ανεργίας των νέων, μέσα από τα διάφορα προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης αλλά και μέσα από την αύξηση της κινητικότητας εργαζομένων και ανέργων από επιχείρηση σε επιχείρηση, από κλάδο σε κλάδο, από χώρα σε χώρα.

Ο στόχος να ενισχυθεί η επαγγελματική εκπαίδευση σχετίζεται με την προσπάθεια της ΕΕ να αντιμετωπίσει την αναντιστοιχία που εντοπίζει ανάμεσα στις διαθέσιμες επαγγελματικές δεξιότητες του εργατικού δυναμικού και στις δεξιότητες που απαιτούν οι θέσεις εργασίας, όχι μόνο οι σημερινές αλλά και όσες εκτιμά πως θα δημιουργηθούν στο μέλλον. Η «αναντιστοιχία» αυτή μπορεί να αφορά τόσο στην έλλειψη των απαιτούμενων επαγγελματικών προσόντων, όσο και στην ύπαρξη περισσότερων προσόντων από όσα είναι απαραίτητα για μια δεδομένη θέση εργασίας. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί πηγή ανησυχίας, καθώς η ΕΕ εκτιμά ότι μειώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της και επιχειρεί να το αντιμετωπίσει μέσα από τη βελτίωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και την αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων.

Εξάλλου, πηγή της αναντιστοιχίας που διαπιστώνουν ΕΕ και κυβέρνηση ανάμεσα στις ανάγκες της παραγωγής και στα αποτελέσματα της εκπαίδευσης είναι οι ίδιοι οι νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας. Οσο η παραγωγή εξακολουθεί να είναι άναρχη και να έχει στόχο το κέρδος του καπιταλιστή, το πρόβλημα θα παραμένει και η επαγγελματική εκπαίδευση θα χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να γεφυρώνονται αποσπασματικά και προσωρινά τα κενά και οι ελλείψεις, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των μονοπωλιακών ομίλων. Μόνο με τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, στο πλαίσιο της εργατικής εξουσίας, με κοινωνικοποιημένα τα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, θα βρεθούν η παραγωγή και η εκπαίδευση σε αντιστοιχία, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και με τις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας.
 
''Μάθηση στο χώρο εργασίας''

Την ανάγκη τα κράτη - μέλη της ΕΕ να αναδιαρθρώσουν τα εκπαιδευτικά τους συστήματα και τα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης, ώστε να γίνουν πιο ευέλικτα και ανοιχτά στη «μάθηση στο χώρο εργασίας», επισήμανε το πρόσφατο συνέδριο του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την προώθηση της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (CEDEFOP) (12-13 Ιούνη). Η αύξηση των προγραμμάτων και των θέσεων μαθητείας συγκαταλέγεται στις προτεραιότητες της ΕΕ, ενώ σύμφωνα με το CEDEFOP «η μάθηση κατά την εργασία, τα συστήματα εναλλασσόμενης εργασίας-εκπαίδευσης και τα προγράμματα μαθητείας συμβάλλουν στην ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας». Με πρωτοβουλία της Γερμανίας, που εφαρμόζει ένα τέτοιο «μοντέλο» επαγγελματικής εκπαίδευσης, συγκροτήθηκε το Δεκέμβρη του 2012 η «Ευρωπαϊκή Συμμαχία για τη Μαθητεία», στην οποία το CEDEFOP ανέλαβε συντονιστικό ρόλο. Η εκκίνηση των δράσεων αυτής της «Ευρωπαϊκής Συμμαχίας» έχει προγραμματιστεί για τον Ιούλη. Στο πλαίσιο του συνεδρίου του CEDEFOP, η αρμόδια επίτροπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Α. Βασιλείου, αναφέρθηκε σε αυτή, παρουσίασε τις θέσεις μαθητείας ως «αμοιβαία επωφελείς» για τους εργοδότες και τους νέους και κάλεσε τα κράτη - μέλη, τους «κοινωνικούς εταίρους» και τις επιχειρήσεις να συμβάλουν ώστε να πολλαπλασιαστούν οι θέσεις αυτές στην ΕΕ.

Αξίζει να σημειωθεί πως το «γερμανικό μοντέλο», που αποτελεί οδηγό για την προσπάθεια της ΕΕ, αντιπροσωπεύει ένα ιδιαίτερα ταξικό σύστημα εκπαίδευσης, καθώς τερματίζει τη σχολική εκπαίδευση για χιλιάδες παιδιά, που προέρχονται από λαϊκές οικογένειες, από την ηλικία των 15 ετών. Στο πλαίσιό του οι νέοι περνούν 1-2 μέρες στο σχολείο ενώ τις υπόλοιπες 3-4 μέρες της βδομάδας εργάζονται ως μαθητευόμενοι σε επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις και τα Επιμελητήρια εμπλέκονται ενεργά στην επαγγελματική εκπαίδευση, αφού διαμορφώνουν τις ειδικότητες και το περιεχόμενο σπουδών και παρέχουν την πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων στους αποφοίτους.
 
Αλλαγές σε Επαγγελματικά Λύκεια, Επαγγελματικές Σχολές και ΙΕΚ

Τον ίδιο προσανατολισμό υιοθετεί και η ελληνική κυβέρνηση και σε αυτή την κατεύθυνση σχεδιάζει αλλαγές στην επαγγελματική εκπαίδευση, σε Επαγγελματικά Λύκεια, Επαγγελματικές Σχολές και ΙΕΚ. Στο μήνυμά του στη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου Διά Βίου Μάθησης και Σύνδεσης με την Απασχόληση (28 Μάη), ο υπουργός Παιδείας, Κ. Αρβανιτόπουλος, αναφέρθηκε στην επικείμενη κατάθεση σχεδίου νόμου, δίνοντας το στίγμα των αλλαγών στο τεχνολογικό λύκειο: «Σε ό,τι αφορά το τεχνολογικό λύκειο, βασιζόμενοι στο θεσμό της μαθητείας, πρωτοπορούμε με το δυαδικό σύστημα, με στόχο τη διαμόρφωση ενός πλαισίου τεχνικής εκπαίδευσης που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες της χώρας».

Οι αλλαγές που δρομολογούνται στα δημόσια ΙΕΚ, τα οποία περνούν πλέον (από τις 30 Ιούνη) στην ευθύνη των Περιφερειών, δεν είναι άσχετες με το παραπάνω πλαίσιο. Στόχος της «αποκέντρωσης» είναι η στενότερη σύνδεση με τις «αναπτυξιακές δυνατότητες» της κάθε Περιφέρειας, ο προσδιορισμός δηλαδή των ειδικοτήτων και των προγραμμάτων σπουδών με βάση τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην κάθε περιοχή και τις ανάγκες τους. Με βάση όσα αναφέρονται στο προσχέδιο του Κανονισμού Λειτουργίας των ΙΕΚ, η διαμόρφωση των ειδικοτήτων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την «αναπτυξιακή στρατηγική» της Περιφέρειας, τη «διερεύνηση και διάγνωση των αναγκών της αγοράς εργασίας σε τοπικό επίπεδο». Το δρόμο για την πιο ενεργή εμπλοκή των επιχειρήσεων ανοίγει ο κανονισμός με όσα προβλέπει για τη θέση του διευθυντή. Οχι μόνο δίνει τη δυνατότητα να είναι ιδιώτης αλλά προσδιορίζει ως κριτήριο για την επιλογή του την καλή γνώση σχετικά με «τις αναπτυξιακές δυνατότητες αλλά και τις ανάγκες εργασίας της περιοχής», και τη «σχετική τεχνογνωσία από τη συμμετοχή στην παιδαγωγική - παραγωγική - επιχειρηματική δραστηριότητα του τόπου του». Ακόμα, δίνεται έμφαση στη συμμετοχή των σπουδαστών σε «προγράμματα κινητικότητας», με σκοπό είτε την κατάρτιση είτε την πρακτική άσκηση σε επιχειρήσεις σε άλλες χώρες της ΕΕ. Μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις θα βρεθούν, κατά πάσα πιθανότητα, οι σπουδαστές από τη νέα χρονιά και όσον αφορά στο κόστος των σπουδών, αφού ο Κανονισμός παρέχει τη δυνατότητα να διαφοροποιείται το ποσό των διδάκτρων ανάλογα με την Περιφέρεια, την ειδικότητα και το εξάμηνο σπουδών.
 
Επίθεση στο δικαίωμα στη μόρφωση και τη δουλειά

Οσον αφορά στην Ελλάδα, η συζήτηση για την επαγγελματική εκπαίδευση και τις αλλαγές που σχεδιάζονται συνοδεύεται από τη διαπίστωση πως τα ποσοστά των νέων που στρέφονται σε αυτή είναι υποδιπλάσια από τα αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ. Η «ψαλίδα» αυτή παρουσιάζεται μάλιστα ως παράγοντας που ευθύνεται για την υψηλή ανεργία των νέων. Στο στόχαστρο μπαίνουν τα «στρεβλά πρότυπα» που υποτίθεται πως κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία, η αρνητική στάση που υπάρχει, όπως ισχυρίζονται, απέναντι στις επαγγελματικές δεξιότητες και η προσπάθεια κάθε οικογένειας να κατευθύνει τα παιδιά της στην ανώτατη εκπαίδευση. Οι λαϊκές οικογένειες κατηγορούνται πως συμβάλλουν στη διόγκωση των ποσοστών της ανεργίας, αποτρέποντας τα παιδιά τους να ακολουθήσουν ένα τεχνικό επάγγελμα, ενώ τα ίδια τα παιδιά ενοχοποιούνται πως αν και «δεν παίρνουν τα γράμματα», δεν επιλέγουν την επαγγελματική εκπαίδευση!
Ολα αυτά, τη στιγμή που χιλιάδες νέοι και νέες που ακολουθούν την επαγγελματική εκπαίδευση αντιμετωπίζουν την υποβάθμιση των σχολών, τις ελλείψεις σε εργαστήρια, τα κενά σε καθηγητές, αναγκάζονται να κάνουν μάθημα χωρίς βιβλία, εξοπλισμό και αναλώσιμα. Αντιμετωπίζουν ακόμα την ανασφάλιστη δουλειά, με μισθό - ψίχουλα, κάτω από το πρόσχημα της μαθητείας και της πρακτικής άσκησης, αν και πολύ συχνά η δουλειά αυτή είναι άσχετη με την τέχνη και το επάγγελμα που σπουδάζουν. Αφού τελειώσουν τη σχολή, και μάλιστα αρκετοί από αυτούς αφού ολοκληρώσουν περισσότερες από μια ειδικότητες, καταλήγουν στην ανεργία, στις ίδιες ουρές του ΟΑΕΔ με τους αποφοίτους των πανεπιστημίων.

Για την ανεργία δεν ευθύνονται οι αντιλήψεις των μαθητών και των γονιών τους. Ούτε μπορεί να δοθεί λύση με τις πολιτικές που διώχνουν πρόωρα από το σχολείο τα παιδιά της εργατικής - λαϊκής οικογένειας και τα στρέφουν σε μια «επαγγελματική εκπαίδευση», που ισοδυναμεί στην πράξη με δουλειά χωρίς δικαιώματα. Τόσο οι απόφοιτοι Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, όσο και οι νέοι που ολοκληρώνουν τις σχολές της επαγγελματικής εκπαίδευσης, δεν είναι σήμερα άνεργοι κατά χιλιάδες επειδή περισσεύουν οι επιστήμονες ή οι τεχνίτες. Το αντίθετο μάλιστα, την ίδια στιγμή που δεν έχουν δουλειά οι ανάγκες της κοινωνίας εξακολουθούν να υπάρχουν και μάλιστα αυξάνονται.

Σήμερα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για να ζήσουν ο λαός και η νεολαία καλύτερα, όλες οι δυνατότητες για να ικανοποιηθούν οι σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, στην ολόπλευρη μόρφωση, στην υγεία, στον αθλητισμό και τον πολιτισμό, στην ξεκούραση και την ψυχαγωγία. Είναι δυνατό όλα τα παιδιά να σπουδάζουν έως τα 18 τους χρόνια σε ένα ενιαίο σχολείο. Να έχουν στη συνέχεια τη δυνατότητα να σπουδάσουν σε ένα ενιαίο σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης, με έναν τύπο σχολής για κάθε ειδικότητα, χωρίς τον κατακερματισμό και την πολυδιάσπαση που κυριαρχεί σήμερα. Σε μια τέτοια κοινωνία κανένας νέος, είτε επιστήμονας είτε τεχνίτης, δε θα περισσεύει, αλλά θα εξασφαλίζεται σε όλους σταθερή δουλειά με δικαιώματα, χωρίς ανεργία και ανασφάλεια.

Ε. Χ.