Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Δήλωση του δημάρχου Πατρέων Κ. Πελετίδη για τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στους ΟΤΑ

Τ
η στήριξή του στον αγώνα των εργαζομένων στους ΟΤΑ, στο πλαίσιο της ημέρας δράσης στους ΟΤΑ, ενάντια στην «αξιολόγηση» και τον «επανέλεγχο», εξέφρασε ο δήμαρχος Πατρέων Κώστας Πελετίδης.
Συγκεκριμένα σε δήλωσή του επισημαίνει: «Σήμερα οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ κινητοποιούνται ενάντια στην αξιολόγηση και στις απολύσεις.
Παλεύουν για σταθερή απασχόληση με δικαιώματα.
Στηρίζουμε τον αγώνα των εργαζομένων στο δήμο μας και καλούμε να συμπαραταχθούν μαζί τους και τους υπόλοιπους εργαζόμενους.
Ταυτόχρονα πρέπει να βγουν τα αναγκαία συμπεράσματα.
Η καπιταλιστική ανάπτυξη, η κερδοφορία, η προσαρμογή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ανάγκες του κεφαλαίου, που υπηρετούν δεξιοί και αριστεροί διαχειριστές του συστήματος, απαιτούν εκτός των άλλων την παράδοση κρίσιμων τομέων και κοινωνικών υπηρεσιών στους επιχειρηματίες.
Γι’ αυτό μπαίνουν ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια στους οργανισμούς, γι’ αυτό εμπορευματοποιούνται κοινωνικές δομές και υπηρεσίες, γι’ αυτό χτυπιέται ανελέητα η σταθερή εργασία.
Αυτή την πολιτική, που δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στηρίζει ολόθερμα την εντός εισαγωγικών υγιή επιχειρηματικότητα, πρέπει να αντιπαλέψουν ενωμένοι οι εργαζόμενοι.
Η εργατική τάξη έχει εμπειρία, δεν πρέπει να μπει κάτω από ξένη σημαία.
Να μην επιτρέψει να τη χειραγωγήσουν με σκοπό να επιλέγει κάθε φορά ποιος θα κατακρεουργήσει τα δικαιώματά τους».  
Ο Κ. Πελετίδης το πρωί βρέθηκε στο πλευρό των εργαζομένων στους ΟΤΑ που πραγματοποίησαν κινητοποίηση στο Δημαρχείο Πατρέων ενάντια στην αξιολόγηση εκφράζοντας τη συμπαράσταση του Δήμου. Επίσης, μίλησε στην τηλεόραση του «Σκάι».

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Τι είναι οι Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις

Σ
χεδόν 650 Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (ΚοινΣΕπ) δραστηριοποιούνται αυτήν τη στιγμή σε όλη τη χώρα. Το γεγονός ότι στις αρχές του χρόνου ήταν περίπου 400 δείχνει το ρυθμό εμφάνισής τους, καθώς μέσα σε εννέα μήνες αυξήθηκαν πάνω από 60%.
Στην πλειοψηφία τους έχουν προχωρήσει στη σύναψη προγραμματικών συμβάσεων με δήμους για την παροχή υπηρεσιών κατά βάση κοινωνικού χαρακτήρα (παιδικοί σταθμοί, φροντίδα ηλικιωμένων, Πολιτισμός, Αθλητισμός). Ωστόσο, από το νόμο, μια ΚοινΣΕπ μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες σε οποιονδήποτε ιδιώτη ή να ασκεί η ίδια επαγγελματική δραστηριότητα.
Για να ιδρυθεί μια ΚοινΣΕπ απαιτούνται πέντε τουλάχιστον μέλη, που μπορεί να είναι είτε φυσικά πρόσωπα είτε φυσικά και νομικά πρόσωπα (κατά το 1/3). Οι μέτοχοι - μέλη των ΚοινΣΕπ έχουν δικαίωμα να εργάζονται και οι ίδιοι αν θέλουν, αλλά και να προσλαμβάνουν άλλους εργαζόμενους με όποια σχέση εργασίας θέλουν, που σημαίνει ευέλικτες σχέσεις και μισθοί πείνας.
Οι ΚοινΣΕπ νομοθετήθηκαν με τη λεγόμενη «κοινωνική οικονομία» επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, με το ν. 4019/2011 («Νόμος Κατσέλη»). Οι θιασώτες της «κοινωνικής οικονομίας» ή του «τρίτου τομέα της οικονομίας» προπαγανδίζουν μια «νησίδα» ανάμεσα στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Ως στρατηγική, διαμορφώθηκε στη Διάσκεψη υπουργών Κοινωνικής Πολιτικής των κρατών - μελών του ΟΟΣΑ, τον Ιούνη του 1998.
Η κατεύθυνση, που δόθηκε, ήταν να δημιουργηθεί «το κράτος, το οποίο ρυθμίζει το κοινωνικό περιβάλλον, αντί του κράτους που χορηγεί κοινωνικές παροχές», ενώ υπογραμμίστηκε και η συμβολή της στην «κοινωνική συνοχή». Δηλαδή, το κράτος απλά καθορίζει ποιοι και πώς θα παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες, αφού το ίδιο σταματά να το κάνει. Την «κοινωνική οικονομία» υιοθετεί και ο ΣΥΡΙΖΑ («αλληλέγγυα οικονομία») ως βασική μορφή στην «παραγωγική ανασυγκρότηση» που προτείνει, για την (καπιταλιστική) ανάπτυξη και την ανακύκλωση της ανεργίας.
Οσμιζόμενοι κέρδη, στις ΚΟΙΝΣΕΠ λέγεται ότι «μπαίνουν» και διάφοροι μεγαλοσχήμονες επιχειρηματικών ομίλων και πρώην μεγαλοστελέχη δημοτικών αρχών.
Τυπικά είναι αστικός συνεταιρισμός με κοινωνικό σκοπό και εμπορική ιδιότητα. Διακρίνονται στις:

  • ΚΟΙΝΣΕΠ Ενταξης: Για ένταξη στην οικονομική και κοινωνική ζωή ατόμων από ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, δηλαδή όσων εμποδίζεται από σωματικά και ψυχικά αίτια ή λόγω παραβατικής συμπεριφοράς. Ατομα με αναπηρίες, εξαρτημένοι ή απεξαρτημένοι από ουσίες, οροθετικοί, φυλακισμένοι, αποφυλακισμένοι, ανήλικοι παραβάτες.
  • Κοινωνικής Φροντίδας: Για παραγωγή και παροχή προϊόντων και υπηρεσιών κοινωνικού προνοιακού χαρακτήρα σε ομάδες πληθυσμού, όπως ηλικιωμένοι, βρέφη, παιδιά, άτομα με αναπηρία ή χρόνιες παθήσεις.
  • Συλλογικού και Παραγωγικού Σκοπού: Για παραγωγή προϊόντων και παροχή υπηρεσιών προς ικανοποίηση αναγκών της «συλλογικότητας» (πολιτισμός, περιβάλλον, οικολογία, εκπαίδευση, παροχές κοινής ωφέλειας, αξιοποίηση τοπικών προϊόντων, διατήρηση παραδοσιακών δραστηριοτήτων και επαγγελμάτων κ.ά.).
Οι πόροι των ΚΟΙΝΣΕΠ αποτελούνται από το κεφάλαιο της επιχείρησης, δωρεές τρίτων, έσοδα από την «επιχειρηματική δραστηριότητά»τους, επιχορηγήσεις από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ΕΕ, διεθνείς ή εθνικούς οργανισμούς, ΟΤΑ, καθώς και κάθε άλλο έσοδο από την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους. Επίσης, έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση από το Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας (συστήνεται με ΚΥΑ βάσει του ν. 3912/2011), καθώς επίσης και από το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης (προβλέπεται στο λεγόμενο «Αναπτυξιακό» νόμο).
Τα κέρδη των ΚΟΙΝΣΕΠ διατίθενται κατά ποσοστό 5% για σχηματισμό αποθεματικού, κατά ποσοστό ως 35% διανέμονται στους εργαζόμενους της επιχείρησης, το υπόλοιπο διατίθεται για τις δραστηριότητές της και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Υπάρχουν πληροφορίες από ΚΟΙΝΣΕΠ ότι στελέχη τους (οι προαναφερόμενοι μεγαλοσχήμονες) προσδοκούν με κέρδη από εργολαβίες σε δήμους να αγοράσουν αργότερα δικό τους εξοπλισμό (π.χ., μηχανήματα καθαρισμού, οχήματα) και υποδομές.
Οι ΚΟΙΝΣΕΠ δεν είναι νέο «φρούτο». Χρόνια τώρα προωθούνται συστηματικά στην ΕΕ. Και σε συνθήκες υψηλών ρυθμών καπιταλιστικής ανάπτυξης, και τώρα, που, με πρόσχημα την κρίση οι λεγόμενες διαρθρωτικές αλλαγές επιταχύνονται.
Οπου δοκιμάστηκαν μειώθηκε παραπέρα η κρατική επιχορήγηση προς τους δήμους και απολύθηκε προσωπικό τους, εμπορευματοποιήθηκαν έργα και υπηρεσίες προς τους δημότες, μεθοδεύτηκε η απαλλαγή του κράτους από την ευθύνη να προσφέρει πλήρεις, δημόσιες και δωρεάν υπηρεσίες στο λαό, που τις έχει ήδη πληρώσει μέσω άμεσης και έμμεσης φορολογίας.
Στην Ελλάδα, έρχονται και «κουμπώνουν» σε ένα γενικότερο πλαίσιοόπου: Οι δημοτικές αρχές (ακόμα κι αν εμφανίζονται αντιμνημονιακές και αντικαλλικρατικές) έχουν αποδεχτεί χρόνια να διαχειριστούν την πραγματικότητα που διαμορφώνει η πολιτική των κυβερνήσεων του κεφαλαίου, έχουν αποδεχτεί την περικοπή των πόρων που παίρνουν οι δήμοι από τον κρατικό προϋπολογισμό (ενδεικτικά, στην τριετία 2009 - 2012 οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι που πηγαίνουν στους δήμους περικόπηκαν κατά 70%). Δημοτικές πλειοψηφίες χαρατσώνουν άγρια τις λαϊκές οικογένειες και τα μικρομάγαζα με τέλη, φόρους, πρόστιμα. Προκειμένου να περάσει το σύστημα την κρίση του, δίχως μεγάλες αναταράξεις, πρωτοστατούν στους σχεδιασμούς διαχείρισης ακραίων φαινομένων φτώχειας μέσα από χρηματοδότηση δομών, όπως τα κοινωνικά παντοπωλεία και φαρμακεία, συμπράξεις με ΜΚΟ, Εκκλησία, φιλανθρωπικές οργανώσεις.

"Να μοιραστούμε τα έσοδα - τροφεία"

Σημειωτέον ότι ήδη από πέρυσι κάποιοι δήμοι, και καθώς δεκάδες παιδικοί σταθμοί συγχωνεύονταν ή καταργούνταν, προωθούσαν (με παρότρυνση της ΚΕΔΕ) ως ...λύση τη σύσταση ΚΟΙΝΣΕΠ, καλούσαν απολυμένους συμβασιούχους να λειτουργήσουν οι ίδιοι τους σταθμούς, λειτουργώντας ως εργολάβοι, μοιραζόμενοι τα «έσοδα» (βλ. τροφεία) της «επιχείρησης».
Σε τέτοιο πλαίσιο, ο δήμαρχος Αθήνας και μέλος του ΔΣ της ΚΕΔΕ, Γ. Καμίνης, ήδη από το 2012 πρότεινε για τους συμβασιούχους του δήμου που απολύονταν τη δημιουργία «κοινωνικού συνεταιρισμού». Εξάλλου, σε δημόσιες τοποθετήσεις του είχε κάνει από τότε λόγο για την ...ανάγκη να βρεθεί ένα «οικονομικότερο» μοντέλο λειτουργίας των παιδικών σταθμών. Εχοντας φυσικά τις απολύσεις προσωπικού στην ημερήσια διάταξη. Αλλωστε, ο ίδιος μιλώντας, αρχές της βδομάδας, στο ραδιοσταθμό «Αθήνα 9,84» ακούστηκε ικανοποιημένος να δηλώνει ότι:«(...) Εχουν φύγει από τον Ιανουάριο του 2011 που ανέλαβα, σχεδόν 3.000 υπάλληλοι, το οποίο ισοδυναμεί περίπου με το 1/3 - 1/4 του δυναμικού του. Και όμως, ο δήμος εξακολουθεί να δουλεύει και μάλιστα καλύτερα από το παρελθόν»...
Στη Νέα Σμύρνη, η προηγούμενη δημοτική αρχή είχε ανοίξει τη συζήτηση με τους εργαζόμενους στους παιδικούς σταθμούς να ιδρύσουν ΚΟΙΝΣΕΠ, βάζοντας στην πράξη πλάτη στην ιδιωτικοποίηση των σταθμών. Παρά τις όποιες λεκτικές διαψεύσεις από τη δημοτική αρχή, ήδη από τον Ιούλη 2012, η δημοτική αρχή, εκφραζόμενη από τον τότε αντιδήμαρχο Κουτελάκη, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της ίδρυσης ΚΟΙΝΣΕΠ:«(...) Να τους παροτρύνουμε, να μπορεί ο δήμος να συνεργαστεί με αυτήν την εταιρεία κοινωνικής ευθύνης των ανέργων και εκπαιδευμένων νέων, για τις δουλειές που θα έχουν σχέση με το δήμο. Οπως και να στελεχώσει τις Κοινωνικές Υπηρεσίες και το "Βοήθεια στο Σπίτι", από αυτούς τους νέους, μέσα από τη σύσταση εταιρείας κοινωνικής ευθύνης (...)» και «(...) Αντικαθιστούν (...) αυτοί οι άνεργοι (...) το έλλειμμα ενίσχυσης προσωπικού με το οποίο μας φιλοδωρεί η υπάρχουσα πολιτική κατάσταση» (πρακτικά συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου Νέας Σμύρνης της 24/7/2012).
Το Σεπτέμβρη του 2012 η δημοτική αρχή στο Ιλιον Αττικής αποφάσισε σύναψη προγραμματικής σύμβασης με ΚΟΙΝΣΕΠ ουσιαστικά για λειτουργία του 7ου παιδικού σταθμού έως 30/07/2013. Η συνολική δαπάνη για την εκτέλεση της προγραμματικής σύμβασης ανέρχεται στα 159.900 ευρώ και ο δήμος «συμβάλλει» με 137.100 συν άλλες 22.000 μέσω του νομικού του προσώπου ΔΗΚΕΠΑΚΑ. Και εδώ προπαγανδίζεται ότι «ο δήμος επιτυγχάνει κατά πρώτον την εισαγωγή περισσοτέρων παιδιών στους Βρεφικούς και Παιδικούς Σταθμούς (...) και κατά δεύτερον τη μείωση της ανεργίας διά της απασχόλησης ανέργων βρεφονηπιοκόμων και βοηθητικού προσωπικού».
Το Νοέμβρη 2012 η δημοτική αρχή Μοσχάτου - Ταύρου ενέκρινε σύμβαση (λήγει 31/8/13) με ΚΟΙΝΣΕΠ για «υποστήριξη της παροχής μουσικής εκπαίδευσης στο Δημοτικό Ωδείο του Πνευματικού Κέντρου του δήμου». Το Πνευματικό Κέντρο του δήμου επιχορηγεί έως 30/7/13 το δημοτικό ωδείο με 170.000 ευρώ, ωστόσο στα έσοδα του ωδείου, όπως διαβάζουμε στη σύμβαση, προβλέπονται και «δίδακτρα». Δήμος Μοσχάτου - Ταύρου και Πνευματικό Κέντρο του δήμου παραχωρούν ακίνητα και υποδομές, αναλαμβάνουν να εξασφαλίσουν «κάθε άλλο απαραίτητο εξοπλισμό, καθώς και τη λειτουργικότητα των χώρων». Η ΚΟΙΝΣΕΠ «αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαθέσει το κατάλληλο εκπαιδευτικό προσωπικό».
Υλοποιώντας τέτοιους σχεδιασμούς, στο προηγούμενο Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής οι παρατάξεις των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑυπερψήφισαν την ίδρυση ΚΟΙΝΣΕΠ για το «Βοήθεια στο Σπίτι», όπως υπερψήφισαν και τις συμβάσεις («συμβαλλόμενο μέρος» γαρ η Περιφέρεια...) για παραχώρηση δομών άθλησης και πολιτισμού των Δήμων Μοσχάτου - Ταύρου και Καλλιθέας, να τις λειτουργήσουν ΚΟΙΝΣΕΠ.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Εκδήλωση για τα 40 χρόνια από τη νόμιμη επανέκδοση του "Ριζοσπάστη"




ΜΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΠΓ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ
ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ 40 ΧΡΟΝΙΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΟΜΙΜΗ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ»


Αγαπητοί φίλες και φίλοι, αγαπητοί προσκαλεσμένοι, συντρόφισσες και σύντροφοι. Θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε για την σημερινή σας παρουσία στην εκδήλωση που τιμάμε τα 40 χρόνια από την επανέκδοση του «Ριζοσπάστη», θέλουμε ιδιαίτερα να ευχαριστήσουμε τα 22 ΚΚ και τις εφημερίδες τους απ' όλο το κόσμο που μας έστειλαν χαιρετιστήρια μηνύματα.
Οι μέρες αυτές για εμάς είναι ξεχωριστές. Είναι ημέρες που φέρνουμε στο μυαλό μας, στη σκέψη μας την σκληρή πολύχρονη πορεία της εφημερίδας μας, του Ριζοσπάστη τις ηρωικές στιγμές, τις θυσίες, την ακούραστη δουλειά κομμουνιστών δημοσιογράφων, ανταποκριτών, διακινητών όλων όσων κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες δούλεψαν προκειμένου η εφημερίδα να σταθεί κάθε στιγμή στο ύψος της να ανταποκριθεί στο ρόλο της ως όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ ως καθημερινός σύντροφος και καθοδηγητής. Η εφημερίδα του ΚΚΕ έχει την ίδια ηρωική πορεία με το Κόμμα μας. Οι χρεωμένοι σε αυτή την δουλειά έχουν το βαρύ φορτίο που φέρουμε ως κληρονόμοι ενός Βιδάλη, Φίτσιου, Στράγγα, Λαμπρινού, Κορνάρου, Τσουρτσούλη, Μαρουκάκη, συντακτών του "Ρ" που έπεσαν είτε στα εκτελεστικά αποσπάσματα είτε με το όπλο στο χέρι. Αλλά και κορυφαίων δημοσιογράφων όπως ο Καραγιώργης, ο Καραντώνης κ.α. Των εκατοντάδων συντακτών του που σάπισαν στις εξορίες και τις φυλακές αλλά και αυτών που έδωσαν την μάχη της έκδοσης- εκτύπωσης και διακίνησης του στις δύσκολες εποχές αμέσως μετά την ήττα του ΔΣΕ όπως ο Γιώργης Γεωργίου που δολοφονήθηκε το 1958 στα ελληνό-βουλγαρικά σύνορα. Όσων με αυταπάρνηση, στερήσεις και κακουχίες δούλευαν αγόγγυστα οι περισσότεροι αυτοδίδακτοι δημοσιογράφοι, συντάκτες ύλης, διορθωτές και τυπογράφοι για να βγαίνει καθημερινά η εφημερίδα του Κόμματος στις πιο δύσκολες και αντίξοες συνθήκες.
Φέρνουμε επίσης ιδιαίτερα στη σκέψη όσους συντρόφους δούλεψαν στην εφημερίδα μετά την μεταπολίτευση τα 40 αυτά χρόνια και δεν βρίσκονται σήμερα κοντά μας όπως ο Γιώργης Τρικαλινός, ο Τάκης Μαμάτσης, ο Τάκης Τσίγκας που διετέλεσε για πολλά χρόνια διευθυντής και αρχισυντάκτης της εφημερίδας, και έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, ο Μάκης Λυμπεράτος, ο Βάσως Γεωργίου, ο Νίκος Καραντηνός, ο Θανάσης Παπαρήγας, ο Χρήστος Μπόμπος και άλλοι δεκάδες.
Πρέπει όμως κάθε μέρα και όχι μόνο σε συγκεκριμένες ημέρες να σκεφτόμαστε το πως η εφημερίδα μας ανταποκρίνεται στο καθήκον της στις σημερινές συνθήκες, πως μπορεί να σταθεί στο ύψος των σημερινών απαιτήσεων. Να σκεφτόμαστε κάθε μέρα πως θα δίνουμε ώθηση στην αύξηση της διακίνησης και της αξιοποίησης του. Αυτό άλλωστε αποτελεί την καλύτερη και πιο ουσιαστική τιμή στην πολύχρονη ιστορία της εφημερίδας, στους συντρόφους που έδωσαν κυριολεκτικά και μεταφορικά την ζωή τους σε αυτή την υπόθεση.
Ο Ριζοσπάστης αποτελεί θεμελιακό στοιχείο της ύπαρξης και δράσης του ΚΚΕ γι' αυτό άλλωστε και συγκεντρώνει πάντα τα πυρά της αστικής αλλά και οπορτουνιστικής επίθεσης ενάντια στο Κόμμα.
Η ύπαρξη Κομματικού τύπου, υπήρξε πάντα απαραίτητος όρος για την διαμόρφωση ενός ΚΚ. ΚΚ χωρίς τύπο δεν μπορεί να υπάρξει. Ανεξάρτητα αν αυτός είναι νόμιμος ή παράνομος. Ο Τύπος αυτός με την ευθύνη του Καθοδ. Οργάνου, της ΚΕ πρέπει καθημερινά να λύνει ζητήματα: ενημέρωσης - αποκάλυψης - διαφώτισης - καθοδήγησης για δράση στη κατεύθυνση της προώθησης της πολιτικής του Κόμματος, της προβολής των θέσεων του...
Ο Ριζοσπάστης φθάνει την γνώμη της ΚΕ καθημερινά σε κάθε εργαζόμενο, σε κάθε χώρο δουλειάς, γειτονιά, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας άμεσα και υπεύθυνα για όλα τα ζητήματα που βρίσκονται σε εξέλιξη. Αυτό είναι το πρώτο ζήτημα. Γι' αυτό λέμε ότι είναι ο καθημερινός καθοδηγητής αρκεί βεβαίως να αξιοποιείται με τέτοιο τρόπο.
Τι έλεγε ο Λένιν και εδώ να δώσουμε έμφαση...
«...η εφημερίδα δεν είναι μόνο ο συλλογικός προπαγανδιστής και συλλογικός διαφωτιστής, μα και συλλογικός οργανωτής. (...) Με τη βοήθεια της εφημερίδας και σε σύνδεση με αυτή θα διαμορφώνεται από μόνη της μια μόνιμη οργάνωση που θα απασχολείται όχι μόνο με την τοπική, μα και με τη συστηματική γενική δουλειά, που θα μαθαίνει στα μέλη της να παρακολουθούν προσεχτικά τα πολιτικά γεγονότα, να εκτιμούν τη σημασία τους και την επίδρασή τους στα διάφορα στρώματα του πληθυσμού, να επεξεργάζονται τις κατάλληλες μεθόδους, με τις οποίες το επαναστατικό κόμμα θα επιδρά πάνω σ' αυτά τα γεγονότα» («Από πού ν' αρχίσουμε;», Άπαντα, τ. 5, σ. 11).
Το ζητούμενο σήμερα για την εφημερίδα μας είναι πως θα συμβάλει πιο ουσιαστικά στην υλοποίηση των Αποφάσεων του 19ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, στην προβολή του Προγράμματος του ΚΚΕ, στην στήριξη της προσπάθειας για ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, της συγκρότησης της Λαϊκής Συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και στα άλλα λαϊκά στρώματα, την προβολή της ρεαλιστικότητας και επικαιρότητας της εργατικής-λαϊκής εξουσίας, του σοσιαλισμού.
Αποτελεί βασικό στοιχείο της παρέμβασης του Κόμματος στην επικαιρότητα. Πρώτα απ' όλα γιατί προβάλλει τις πολιτικές – οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και διεθνώς από την «σκοπιά των από κάτω» από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, από τη σκοπιά των θέσεων του ΚΚΕ. Αλλά και γιατί συμβάλλει στην διαμόρφωση της επικαιρότητας, στην προβολή των ειδήσεων, στην αποκάλυψη αντιλαϊκών εξελίξεων ή στην προβολή της δράσης του εργατικού-λαϊκού κινήματος, στην παρέμβαση δηλαδή σε αυτό που λένε «καθημερινή ατζέντα» της επικαιρότητας, στην ανάδειξη της είδησης που θα περάσει στα ψιλά των αστικών εφημερίδων, της δραστηριότητας που θα θαφτεί, της εξέλιξης που θα συγκαλυφθεί η ουσία της.
Η εφημερίδα εξασφαλίζοντας το να φτάνει για όλα αυτά τα ζητήματα καθημερινά και έγκαιρα η «γραμμή του Κόμματος», η τοποθέτηση της Κεντρικής Επιτροπής συμβάλει στην ενοποίηση της δράσης του Κόμματος σε πανελλαδικό επίπεδο και στο πιο απομακρυσμένο σημείο της χώρας.
Η μεταφορά πείρας μέσα από τις σελίδες της για δραστηριότητες του Κόμματος, αλλά και των σωματείων, των συνδικάτων άλλων φορέων του λαϊκού κινήματος συμβάλλει στην άμεση και γρήγορη ανταλλαγή εμπειρίας, στην προβολή μορφών πάλης, δραστηριοτήτων πρωτοβουλιών που μπορούν να αξιοποιηθούν και αλλού, δίνει ιδέες, ερεθίσματα για την επέκταση της δραστηριότητας.
Η εφημερίδα παρακολουθεί το ιδεολογικό-πολιτικό μέτωπο, την δράση των άλλων πολιτικών δυνάμεων και των αντίπαλων ιδεολογικών ρευμάτων, απαντώντας στα ιδεολογήματα του αντιπάλου που προωθούνται καθημερινά και υποδόρια σε όλη την κλίμακα της ζωής των εργαζομένων, από το χώρο δουλειάς μέχρι μέσα από το οικογενειακό περιβάλλον, τα ΜΜΕ κ.λ.π.
Αξιοποιεί τις συλλογικές επεξεργασίες του Κόμματος για την προβολή ιστορικών συμπερασμάτων από την πείρα της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και διεθνώς, από την πείρα του Κομμουνιστικού Κινήματος, του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Συμπεράσματα χρήσιμα που μπορούν να φωτίσουν την σημερινή πραγματικότητα, τις σημερινές εξελίξεις στην ταξική πάλη. Να βγουν συμπεράσματα για τα σωστά και λάθη. Τα θέματα της ιστορίας μπαίνουν άλλωστε αντικειμενικά στο επίκεντρο της σημερινής ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης.
Όμως η εφημερίδα θα πρέπει ακόμα να φιλοξενεί ζητήματα ιδεολογικής διαπάλης και σε άλλα θέματα και ενδιαφέροντα όπως αυτά του πολιτισμού, της επιστήμης του αθλητισμού. Ζητήματα πάνω στα οποία αντικειμενικά διεξάγεται διαπάλη και απασχολούν χιλιάδες κόσμο ιδιαίτερα τμήματα της νεολαίας.
Αν στόχος της δημοσιογραφίας είναι η αποκάλυψη της αλήθειας, τότε πρέπει να πούμε ότι στη σημερινή εποχή του καπιταλισμού η αλήθεια μπορεί να ιδωθεί μόνο «απ' τα κάτω» μόνο με βάση τα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Αληθινή δημοσιογραφία μπορεί να είναι μόνο η κομμουνιστική...
Γι' αυτό άλλωστε παίρνουν σοβαρά υπόψη τους ακόμα και όσοι δεν έχουν σχέση πολιτική με το ΚΚΕ τι λέει το ΚΚΕ, τι γράφει ο Ριζοσπάστης. Ακόμα και οι αστοί.
Για να μπορέσεις όμως να δεις την αλήθεια, να μην δεις το δέντρο και να χάσεις το δάσος, χρειάζονται κάποια εργαλεία, εκπαίδευση σε μια μεθοδολογία, να μπορείς να διακρίνεις όχι μόνο κάθε ψηφίδα ξεχωριστά αλλά το σύνολο της εικόνας, να δεις την «μεγάλη εικόνα».
Στη σημερινή εποχή της γρήγορης ενημέρωσης και πληροφορίας δεν έχει σημασία μόνο αυτή καθαυτή η είδηση αλλά το τι προκύπτει από την είδηση, τι σηματοδοτεί, τι συμπέρασμα δίνει, τι σημαίνει όσον αφορά την δράση, κινητοποίηση, οργάνωση των εργαζομένων.
Σήμερα ο «Ριζοσπάστης» καλείται να ανταποκριθεί σε αυτά τα καθήκοντα μέσα σε νέου είδους δύσκολες συνθήκες που καθορίζονται από τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις εσωτερικές και διεθνώς.
Η αντεπανάσταση έχει αφήσει βαρύ το αποτύπωμα της στην εργατική -λαϊκή συνείδηση, ειδικά στα νεότερα ηλικιακά τμήματα των εργαζομένων, των παιδιών των λαϊκών στρωμάτων, που για αυτούς η ΕΣΣΔ, τα σοσιαλιστικά κράτη είναι μια παλιά ιστορία που ακούν αν ακούν από τους γονείς ή τους παππούδες τους ή μαθαίνουν μέσα από πλήρη ιστορική διαστρέβλωση απ' τα σχολεία. Η ανατροπή του σοσιαλισμού έχει φέρει υποχώρηση της επίδρασης των κομμουνιστικών-σοσιαλιστικών ιδεών, γεγονός που επιδρά συνολικά στο εργατικό-λαϊκό κίνημα. Ενίσχυσε τάσεις συμβιβασμού, τάσεις υποχώρησης, τάσεις μοιρολατρίας. Σε αυτή την κατεύθυνση μεγάλο και σημαντικό ρόλο έχει παίξει η οπορτουνιστική προπαγάνδα που στην ουσία απαρνήθηκε το σοσιαλισμό, διακήρυξε τον συμβιβασμό με τον καπιταλισμό στο όνομα όμως του εργατικού κινήματος.
Η υποχώρηση, που έχει σημαδέψει το εργατικό κίνημα, εκδηλώνεται και από την έλλειψη εμπιστοσύνης στις οργανώσεις των εργαζομένων, τα σωματεία, τα συνδικάτα και από το γεγονός ότι κυριαρχεί η λογική ότι οι αγώνες δεν έχουν αποτέλεσμα. Υποχώρηση που φάνηκε καθαρά σε συνθήκες εκδήλωσης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης με την αδυναμία των εργαζομένων να αντιδράσουν αποφασιστικά στην προσπάθεια το κεφάλαιο, οι κυβερνήσεις και τα κόμματα του να τους φορτώσουν στην πλάτη τα βάρη της κρίσης. Ο συμβιβασμός με μια ζωή των μειωμένων απαιτήσεων είναι αυτό που κυριαρχεί σε μεγάλα τμήματα εργαζομένων.
Η αστική διαπάλη και αντιπαράθεση σχετικά με το μείγμα διαχείρισης της κρίσης επιδρά στην εργατική τάξη στα φτωχά λαϊκά στρώματα, διαμορφώνει ψευδαισθήσεις και αυταπάτες ότι μπορεί ένα άλλο μείγμα διαχείρισης να εξασφαλίσει την φιλολαϊκή διέξοδο. Το ίδιο επιδρούν ανταγωνισμοί ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου για το ποιο θα βγει κερδισμένο ή λιγότερο χαμένο από την κρίση καθώς και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών σε διεθνές επίπεδο. Οι εργαζόμενοι σε κάθε χώρα καλούνται να στρατευτούν με το πλευρό της μιας ή της άλλης πλευράς.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες καλείται όλο το Κόμμα, η ΚΝΕ, οι φίλοι, οι οπαδοί, συνεργαζόμενοι αγωνιστές να παλέψουν για την προώθηση της γραμμής της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, για την Λαϊκή Συμμαχία σε αντικαπιταλιστική- αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, την εκλαΐκευση της πολιτικής πρότασης του ΚΚΕ διεξόδου από την κρίση, δηλαδή: την αποδέσμευση από την ΕΕ – μονομερής διαγραφή όλου του χρέους με κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων και εργατική-λαϊκή εξουσία.
Σε αυτές τις συνθήκες γίνεται κατανοητό γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία η πολύμορφη ιδεολογική δουλειά, η ανάλυση, εξήγηση – αποκάλυψη των εξελίξεων, η γενίκευση της πείρας από τα θετικά βήματα στην οργάνωση του εργατικού κινήματος, αλλά και των αδυναμιών, των δυσκολιών που πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο «Ριζοσπάστης» αποτελεί καθημερινό στήριγμα αυτής της προσπάθειας. Ο «Ριζοσπάστης» εφοδιάζει με την κατάλληλη επιχειρηματολογία, κάνει προπαγάνδα περνώντας τα συνθήματα του Κόμματος σε ευρύτερες εργατικές λαϊκές δυνάμεις διαμορφώνοντας όμως και κριτήριο σκέψης, μεθοδολογίας και δράσης για να εξουδετερωθεί η επίδραση της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής που περνά μέσα από πολλούς δρόμους και από όλες τις αστικές και οπορτουνιστικές εφημερίδες. Δείτε για παράδειγμα πως περνάνε την αντίληψη ότι η κρίση στην Ελλάδα οφείλεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα ήταν το τελευταίο «σοβιετικού τύπου κράτος», μέχρι και ότι η ΕΕ είναι «σοβιετική» γράφτηκε τελευταία θέλοντας να ταυτίσουν το σοσιαλισμό με διαχειριστικές λύσεις που αξιοποιήθηκαν σε προηγούμενες φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης και σήμερα θεωρούνται ξεπερασμένες στα πλαίσια της αστικής διαχείρισης. Όμως αυτό περνάει συστηματικά, διαμορφώνεται τέτοιο κριτήριο, εμπεδώνεται ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι μια ιδιαιτερότητα ενός «κακού καπιταλισμού» όχι όπως στα άλλα κράτη, ενός «κακο-αναπτυγμένου» καπιταλισμού και προφανώς η διέξοδος είναι ο εκσυγχρονισμός του, να γίνουμε ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος όπως λέει η συγκυβέρνηση, επιχειρηματολογία στην οποία έχει μπει και ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως κράτος-πειραματόζωο που έχει βγει εκτός της ευρωπαϊκής κανονικότητας. Έτσι δημιουργούνται στην εργατική- λαϊκή συνείδηση οι κατάλληλες ιδεολογικές υποδοχές ώστε να «κουμπώνει» η αστική προπαγάνδα, ώστε να οδηγείται πιο εύκολα η εργατική-λαϊκή συνείδηση σε συγκεκριμένη λογική και βεβαίως να δυσκολεύεται η παρέμβαση του Κόμματος..
Αυτό επιδιώκει ο «Ριζοσπάστης» από την ανάποδη, να διαμορφώνει κριτήριο σε πρωτοπόρους αλλά και ευρύτερους εργαζόμενους ανθρώπους των λαϊκών στρωμάτων, να αντιμετωπίζουν τις εξελίξεις από την ταξική σκοπιά να ερμηνεύουν την πραγματικότητα, αλλά και να δρουν με σκοπό την αλλαγή της.
Χρειάστηκε βεβαίως να εξηγούμε αναλυτικά και με περιγραφές τι επιπτώσεις έχει η κρίση, τα μνημόνια στη ζωή των εργαζομένων αυτό όμως δεν φτάνει για να χειραφετηθούν συνειδήσεις, έχει βεβαίως σημασία από την αρχή ότι το ΚΚΕ προειδοποίησε και αποκάλυψε τις εξελίξεις που ήρθαν στη συνέχεια.
Η αντίληψη που έχουν οι εργαζόμενοι για την κρίση, όπως και η αντίληψη που έχουν για την περίπτωση της ανάκαμψης, είναι καθοριστική για την στάση τους, την πολιτική τους στάση.
Αυτά τα ζητήματα δεν είναι στενά ιδεολογικά επιδρούν όχι μόνο στην στάση των εργαζόμενων ως ψηφοφόρων αλλά κυρίως στην στάση τους απέναντι στο κίνημα.
Αν δηλαδή θεωρείς ότι η κρίση είναι μπόρα που θα περάσει, ότι η ανάκαμψη θα φέρει την λαϊκή ευημερία, αν αποδεχτείς ότι πρέπει να ζεις με μειωμένες απαιτήσεις, ότι αν τιμωρήσεις με την ψήφο κάποια κόμματα του αστικού πολιτικού συστήματος, αντικαθιστώντας τα παλιά αστικά κόμματα με καινούργια, θα αντιπαλέψεις την κρίση, θα επαναφέρεις εισοδήματα και κατακτήσεις, τότε θα οδηγηθείς στην λογική της ανάθεσης ή θα πάρεις μέρος στο κίνημα σε λάθος κατεύθυνση φτάνοντας πολλές φορές να μπαίνεις κάτω από τη σημαία ενός τμήματος του κεφαλαίου που ζητά για παράδειγμα πιο φτηνό ρεύμα – ενέργεια από την κυβέρνηση ή υποτάσσοντας την δράση στο κίνημα στην αστική κυβερνητική εναλλαγή.
Απέναντι σε όλα αυτά ο «Ριζοσπάστης» φιλοδοξεί να διαμορφώνει μαζικά διαφορετική αντίληψη για την κρίση, προβάλλοντας τις θέσεις του ΚΚΕ, ζυμώνοντας τους εργαζόμενους με ταξικά κριτήρια, με διαφορετική λογική. Σε αυτή την κατεύθυνση για παράδειγμα αξιοποιούνται όλα τα στοιχεία της επικαιρότητας των οικονομικών εξελίξεων που αποδεικνύουν ότι η καπιταλιστική κρίση είναι στο DNA του συστήματος, ότι όλες οι μορφές διαχείρισης της αποσκοπούν να την φορτώσουν στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, ότι ανάκαμψη και λαϊκή ευημερία δεν πάνε μαζί -εδώ υπάρχουν στοιχεία από την διεθνή πείρα αλλά και την ιστορία που το αποδεικνύουν- ότι οι αναδιαρθρώσεις που πραγματοποιούνται σήμερα δεν είναι προσωρινές, μπόρα που θα περάσει, αλλά έχουν έκταση – βάθος και μονιμότητα, ότι τελικά το δίλημμα είναι αν θα συνεχίσουμε στο σημερινό καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης ή θα επιλέξουν οι εργαζόμενοι το δρόμο της ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου, της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, το δρόμο του κεντρικού σχεδιασμού, της εργατικής εξουσίας, της κοινωνικοποίησης το δρόμο, δηλαδή της σοσιαλιστικής ανάπτυξης με κριτήριο τις εργατικές -λαϊκές ανάγκες.
Το καθήκον αυτό βεβαίως είναι δύσκολο, απαιτεί ικανότητα συνδυασμού της είδησης, με την γνώση, αξιοποίησης της πείρας των γεγονότων για βάθεμα της σκέψης.
Άλλο παράδειγμα. Θέλει σύνθετη ιδεολογικό-πολιτική δουλειά να μπορείς να δώσεις σήμερα το τι σημαίνει αποτελεσματικότητα των αγώνων σε συνθήκες μεγάλης υποχώρησης διεκδικήσεων, απώλειας κατακτήσεων και δικαιωμάτων, σε συνθήκες που η παρεμπόδιση αρνητικών εξελίξεων, οι μικρές νίκες συνδέονται με τον γενικότερο πολιτικό αγώνα, με την συνολικότερη κατεύθυνση της πάλης. Να εξηγήσεις στο ότι η αποτελεσματικότητα των αγώνων κρίνεται στο σήμερα και από το τι αφήνει ως παρακαταθήκη για το μέλλον για την οργάνωση και τον προσανατολισμό του κινήματος, για την διάρκεια και συνέχεια. Εδώ χρειάζεται να αξιοποιηθεί και η είδηση του θετικού παραδείγματος της υπογραφής μιας εργασιακής σύμβασης με βάση τις απαιτήσεις των εργαζομένων, χωρίς υπερβολές και τυμπανοκρουσίες, να αναδειχθεί το τι άφησε ένας πολύμηνος απεργιακός αγώνας από την πλευρά της οργάνωσης του κινήματος, να φανούν οι δυσκολίες που υπάρχουν στην εργατική- λαϊκή συνείδηση οι ταλαντεύσεις, τα «μπρος πίσω» εργαζομένων που μπήκαν πρωτοπόρα στη μάχη αλλά δεν άντεξαν, άλλων που ήταν επιφυλακτικοί στον αγώνα όμως εξελίχθηκαν στην πορεία πρωτοπόροι, το πως δούλεψαν οι Κομμουνιστές μέσα σε έναν αγώνα, που δεν είχαν την πλειοψηφία κ.λ.π.
Και όλα αυτά βεβαίως με ανάλογη εκλαΐκευση αλλά και χωρίς «τσιγκουνιά» σε θέματα θεωρητικά, που βοηθάνε να "ανοίξει" το μυαλό, να διαμορφωθεί ευρύτερο επίπεδο. Άρα λοιπόν θέλει καλό συνδυασμό ζωντανού ρεπορτάζ με στοιχεία επεξεργασμένα και όχι παρουσιασμένα «αμάσητα» και ταυτόχρονα αρθρογραφία με άρθρα, με βάθος, σύντομα και εύστοχα.
Πρώτος και βασικός όρος για να παίξει ο Ριζοσπάστης το ρόλο του είναι η σύνδεση του με τα εργατικά - λαϊκά προβλήματα τους αγώνες και τις αγωνίες των εργαζομένων.
Η αποκάλυψη των εργατικών λαϊκών προβλημάτων, των συνθηκών δουλειάς και ζωής των εργαζομένων, της κατάστασης των αυτοαπασχολουμένων, των φτωχών αγροτών, της νεολαίας, των γυναικών. Οι εξελίξεις στους χώρους δουλειάς, σε συνδυασμό με τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις καθώς και την διεθνή επικαιρότητα είναι τα θέματα που μπαίνουν αντικειμενικά ψηλά στην θεματολογία του «Ριζοσπάστη».
Η ανάδειξη των εργατικών-λαϊκών προβλημάτων είναι σημαντική όχι μόνο για αυτή κάθε αυτή καταγραφή και περιγραφή τους. Πρώτα απ’ όλα σημαντικό είναι η αξιοποίηση τους στην καθημερινή επιχειρηματολογία της πολιτικής δράσης, στην καθημερινή ιδεολογικό-πολιτική δραστηριότητα ως στοιχεία που αποδεικνύουν το πως η καπιταλιστική εκμετάλλευση εκφράζεται παντού, διαπερνά όλες τις σφαίρες ζωής των εργαζομένων.
Ο «Ριζοσπάστης» όχι απλώς ενημερώνει, αλλά διαφωτίζει γύρω από αυτά τα λαϊκά προβλήματα, αναδεικνύει τις αιτίες τους προβάλει τις θέσεις του Κόμματος για την άμεση αντιμετώπισή τους, και εκλαϊκεύει την πολιτική πρόταση του ΚΚΕ για την ουσιαστική επίλυση τους. Μεταφέρει την θετική αλλά και την αρνητική πείρα από την προσπάθεια ανάπτυξης εργατικής - λαϊκής δράσης, από την οργάνωση των αγώνων. Αποκαλύπτει την στάση του αντιπάλου, τον επικίνδυνο ρόλο του οπορτουνισμού.
Αυτή η διαφωτιστική δουλειά της εφημερίδας γύρω από τα εργατικά-λαϊκά προβλήματα τροφοδοτεί και την προσπάθεια των κομμουνιστών, άλλων αγωνιστών στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα για την οργάνωση των παρεμβάσεων τους, της πάλης, των αγώνων γύρω από αυτά τα ζητήματα. Βοηθά στην διαμόρφωση των διεκδικήσεων των στόχων και των πλαισίων πάλης,
Ο εργαζόμενος περνά την μισή του ζωή κάθε μέρα στο χώρο δουλειάς, εκεί που διαμορφώνει την συνείδηση του, εκεί που βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπος με την εργοδοσία, με τον αυταρχισμό της, αλλά και με την προσπάθεια χειραγώγησης, στράτευσής του με τα συμφέροντά της. Ο «Ριζοσπάστης» είναι όπλο στην καθημερινή αναμέτρηση με την εργοδοσία, με την ιδεολογική επίθεση που γίνεται στους εργαζόμενους, αλλά και τις διάφορες μορφές χειραγώγησης και ενσωμάτωσης που αξιοποιούνται από τους εργοδοτικούς μηχανισμούς τις εργοδοτικές και συμβιβασμένες ηγεσίες.
Άλλωστε ειδήσεις από τους εργασιακούς χώρους αξιοποιούνται και μεταφέρονται και από τα αστικά ΜΜΕ προσπαθώντας να επιδράσουν συνολικά στην εργατική – λαϊκή συνείδηση. Έτσι πχ. ακούμε για τον καλό υγιή επιχειρηματία της «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης», για τον άλλο που δεν ανοίγει τις Κυριακές, γιατί θεωρεί ότι πάνω απ' όλα είναι οι οικογένειες των εργαζομένων του ή ότι η τάδε επιχείρηση έκλεισε και οι εργαζόμενοι είναι εγκλωβισμένοι, γιατί απαγορεύονται οι ομαδικές απολύσεις, γιατί υποχρεώνεται ο εργοδότης να πληρώνει αποζημιώσεις ή ακόμα ότι χρειάζονται «μεγάλες υγιείς επιχειρήσεις» για να αντέχουν στην κρίση και να τελειώνουμε με τα μικρομάγαζα που δεν μπορούν να ανταποκριθούν. Δηλαδή οι ειδήσεις αυτές δίνονται ιδωμένες «από τα πάνω» με βάση τα συμφέροντα του κεφαλαίου που προβάλλονται ως γενικά συμφέροντα.
Έτσι θολώνεται ακόμα περισσότερο το στοιχείο της αντίθεσης εργατικής τάξης - κεφαλαίου, προωθείται καλύτερα η λογική του να βγούμε όλοι μαζί από την κρίση.
Ο «Ριζοσπάστης» γενικεύει από ταξική σκοπιά τα συμπεράσματα από τις εξελίξεις στους εργασιακούς χώρους, στο φόντο των εξελίξεων στους κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας, αποκαλύπτοντας τις νέες μεθόδους χειραγώγησης που πατάνε πάνω σε ένα χαμηλό πλαίσιο απαιτήσεων, νέες μεθόδους εκμετάλλευσης των εργαζομένων, τους ανταγωνισμούς ανάμεσα σε επιχειρήσεις και κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας.
Ο «Ριζοσπάστης» προβάλει την βάση πάνω στην οποία χτίζεται η λαϊκή συμμαχία της εργατικής τάξης με τα λαϊκά στρώματα σε αντικαπιταλιστική – αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση. Γιατί πρέπει τα λαϊκά στρώματα να συμπορευτούν με την εργατική τάξη.
Η εφημερίδα αναδεικνύει την κοινότητα των συμφερόντων που υπάρχει ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους φτωχούς μεσαίους αγρότες για μια σειρά ζητήματα, όπως πχ για την παραγωγή φθηνών ποιοτικών ειδών διατροφής με βάση τις εργατικές λαϊκές ανάγκες και το πως αυτός ο σκοπός δεν προωθείται με την περεταίρω καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής παραγωγής.
Αλλά και σε άλλα ζητήματα που αφορούν την Υγεία, την Παιδεία, την Πρόνοια, την Κοινωνική Ασφάλιση, τη φορολογία κ.λ.π.
Προβάλει τις εκδηλώσεις έκφρασης αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα.
Δείχνει το πως συναντιούνται οι μισθωτοί με τους φτωχούς αυτοαπασχολούμενους από τη σκοπιά της προοπτικής όχι μόνο από τη σκοπιά του παρόντος, δηλαδή από τη σκοπιά της αντίθεσης στην μεγάλη καπιταλιστική ιδιοκτησία, αλλά και από την σκοπιά της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, του παραγωγικού συνεταιρισμού στην αγροτική παραγωγή, του κεντρικού σχεδιασμού.
Για να μπορέσει ο «Ριζοσπάστης» να είναι μέσα στους χώρους δουλειάς τις εργατικές-λαϊκές γειτονιές, μέσα στην λαϊκή οικογένεια χρειάζεται να έχει μάτια και αυτιά παντού, χρειάζεται να έχει τους δικούς του εργατικούς-λαϊκούς ανταποκριτές. Πρόσφατα από την Σύγχρονη Εποχή κυκλοφόρησε το βιβλίου του Βίλι Μπρέντελ «Βιομηχανία Ν&Κ». Το βιβλίο αναφέρεται στην δράση του πυρήνα των κομμουνιστών σε μια βιομηχανική μονάδα, την δραστηριότητά τους ενάντια στην εργοδοσία, αλλά και ενάντια στην σοσιαλδημοκρατική συμβιβασμένη συνδικαλιστική ηγεσία. Η ιστορία του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από την έκδοση μιας κομμουνιστικής εφημερίδας στο εργοστάσιο. Ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν εργατικός ανταποκριτής του οργάνου του ΚΚ Γερμανίας και το συγγραφικό του έργο στηρίζεται σε αυτές τις ανταποκρίσεις. Υπάρχει όμως και ελληνική πείρα από την ίδια της ιστορία του «Ριζοσπάστη», από τότε που έγινε εφημερίδα του ΚΚΕ μέχρι σήμερα. Χρειάζεται λοιπόν ο κάθε κομμουνιστής, κνίτης, πρωτοπόρος εργάτης- εργάτρια, αγωνιστής να συμβάλλει με την δική του προσπάθεια στην εκλαΐκευση της πολιτικής του Κόμματος μέσα από την καθημερινή είδηση στο χώρο δουλειά, τη λαϊκή γειτονία, το μικρομάγαζο.
Εξίσου σημαντικός όρος για να μπορεί να παίξει ο «Ριζοσπάστης» το ρόλο του είναι η αξιοποίηση και διακίνηση του.
Αυτή η προσπάθεια έρχεται αντιμέτωπη και με ορισμένες ακόμα δυσκολίες. Έχει υποχωρήσει συνολικά στο λαό τους εργαζόμενους, την νεολαία η σχέση με το διάβασμα, την μελέτη. Αυτό είναι αντιφατικό γιατί την ίδια στιγμή αυξάνεται ο πλούτος των πληροφοριών των εν δυνάμει γνώσεων που θα μπορούσαν να φωτίσουν περισσότερες πλευρές της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας, να διαμορφώσουν περισσότερα εργαλεία κατανόησης του κόσμου και άρα τροφοδότησης της πάλης για την αλλαγή του.
Και όμως σε αυτές τις συνθήκες η σχέση με το διάβασμα αδυνατίζει. Σε αυτό επιδρούν βεβαίως και παράγοντες όπως οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις και τα άστατα ωράρια δουλειάς, οι αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση που επιδρούν στην έλλειψη συστηματικής σκέψης σε ιδιαίτερα νέους εργαζόμενους, η πλήρης αποσπασματικότητα στην μετάδοση των γνώσεων κ.λ.π.
Το διάβασμα, η μελέτη είναι διαδικασία γνώσης και αφομοίωσης που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την ειδησεογραφική πληροφόρηση, από την γρήγορη ενημέρωση.
Δεν είμαστε ικανοποιημένοι λοιπόν ως Κόμμα για το επίπεδο διακίνησης και αξιοποίησης της εφημερίδας. Βεβαίως θα πει κανείς ότι αυτή είναι η τάση για όλες τις εφημερίδες. Όμως για το "Ριζοσπάστη" δεν πρέπει να ισχύει αυτή η τάση για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είναι εφημερίδα σαν τις άλλες.
Αυτό που κάποτε ήταν αυτονόητο - το διάβασμα της εφημερίδας του βιβλίου- σήμερα απαιτεί εκπαίδευση, απαιτεί συστηματοποίηση επιμονή που βεβαίως θα πρέπει να συνδυάζεται με την αξιοποίηση της εφημερίδας στις καθημερινές ανάγκες της ταξικής πάλης. Η δουλειά για την οργάνωση του λαού των εργαζομένων είναι δουλειά απαιτητική, θέλει υπομονή, επιμονή αλλά είναι και μόνιμος ιδεολογικό-πολιτικός αγώνας.
Υπάρχουν χιλιάδες δραστήριοι αγωνιστές σε σωματεία, συλλόγους, λαϊκές επιτροπές που δρουν στους χώρους δουλειάς, σπουδών, στις γειτονιές. Όλοι αυτοί αποτελούν μια άμεση πηγή για την αύξηση της κυκλοφορίας της εφημερίδας. Υπάρχουν επίσης χιλιάδες εργαζόμενοι, λαϊκές οικογένειες που παρακολουθούν την πολιτική του ΚΚΕ, προβληματίζονται και ενδιαφέρονται. Χρειάζεται λοιπόν να αναδείξουμε πρωτοπόρους διακινητές του "Ρ" ιεραρχώντας χώρους δουλειάς, νέους ηλικιακά, γυναίκες, λαϊκές γειτονιές, σχολεία, σχολές.
Πριν ένα χρόνο προχωρήσαμε σε αλλαγές στην εφημερίδα με στόχο τη βελτίωση, την αναβάθμιση της, στη βάση των κατευθύνσεων του 19ου Συνεδρίου. Στην υλοποίησή τους πάρθηκαν υπόψη και οι σοβαρές οικονομικές δυσκολίες της περιόδου. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει έχουμε πολύ δρόμο ακόμα στο να ανταποκριθούμε με μεγαλύτερη επάρκεια στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της καθημερινής ιδεολογικό-πολιτικής διαπάλης.
Η χρέωση στον "Ριζοσπάστη" είναι τίτλος τιμής και μεγάλη ευθύνη. Απαιτεί μεγάλη καθημερινή προσπάθεια για να μπορείς να ψάχνεις και να δείχνεις την αλήθεια, να διαφωτίζεις, να γράφεις σε αντιπαράθεση με αυτό που κυριαρχεί ως ρεύμα – και σίγουρα είναι πολύ πιο εύκολο να αφομοιωθεί μαζικά σε σχέση με αυτό που προσπαθείς να πεις εσύ ως συντάκτης του «Ριζοσπάστη». Να γράφεις κόντρα στον αντικομουνισμό, στην πολύμορφη λασπολογία ενάντια στο ΚΚΕ, να αντέχεις στις διάφορες σειρήνες και πιέσεις της αστικής ιδεολογίας και του οπορτουνισμού. Να είσαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος για θυσίες, για δουλειά σε πολύ δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες. Η δουλειά στον "Ριζοσπάστη" δεν ταιριάζει ούτε με την προσδοκία καριέρας, ούτε ανέσεων. Ο «Ριζοσπάστης» έχει ακούραστους κομμουνιστές δημοσιογράφους, αφανείς, που δεν περιμένουν κανενός είδους καταξίωση με τα κριτήρια που αυτή γίνεται στον αστικό Τύπο. Η προσωπική τους συμβολή διοχετεύεται μέσα στην συλλογική δουλειά, στο συλλογικό αποτέλεσμα της εφημερίδας.
Να βάλουμε λοιπόν όλοι πλάτη για να φτάσουμε τον «Ριζοσπάστη» μας εκεί που πρέπει από ποιότητα, περιεχόμενο, διακίνηση και αξιοποίηση με τη φιλοδοξία τα 100 χρόνια του Κόμματος και της εφημερίδας μας να μας βρουν σε πολύ καλύτερη θέση.

ΑΘΗΝΑ 27/9/2014                                                                         ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Η "αξιολόγηση", ο λεγόμενος επανέλεγχος και τα πλαστά πτυχία

Τ
ο θέμα της «αξιολόγησης» δομών και προσωπικού των δήμων, αλλά και του λεγόμενου επανελέγχου των συμβάσεων εργαζομένων είναι το τελευταίο διάστημα στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Καταρχήν είναι απαραίτητο να επισημάνουμε εξαρχής ότι όποιος είναι ενάντια στην «αξιολόγηση» δε σημαίνει ότι συμφωνεί με τον τρόπο που λειτουργούν σήμερα οι υπηρεσίες του αστικού κράτους, που εξυπηρετεί τη στρατηγική της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Δεν σημαίνει επίσης ότι καλύπτει όσους έχουν πλαστά πτυχία ή εμπλέκονται σε άλλες παρατυπίες για τις οποίες ευθύνη έχουν κυβερνήσεις και διοικήσεις δήμων. Το λέμε αυτό γιατί η αστική προπαγάνδα σκόπιμα οδηγεί εκεί την ιστορία. Και τουλάχιστον όσον αφορά το ΚΚΕ η θέση του απέναντι σε αυτό είναι απολύτως ξεκάθαρη... Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι οι αποφάσεις δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων που απορρίπτουν την «αξιολόγηση», παρότι μπορεί και να μη διαφωνούν σ' αυτό με την κυβέρνηση, έρχονται ως αποτέλεσμα της πίεσης των εργαζομένων από τις κινητοποιήσεις τους εδώ και 8 μήνες, ότι οι δυνάμεις της «Λαϊκής Συσπείρωσης» πρωτοστάτησαν στο να φέρουν το ζήτημα στα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια πριν από τις τοπικές εκλογές.
Ποιο είναι, όμως, το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης μεταξύ της συγκυβέρνησης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ; Ας δούμε πιο συγκεκριμένα:
Η κυβέρνηση θέλει την «αξιολόγηση» με στόχο να γεμίσει τη δεξαμενή των χιλιάδων απολύσεων και να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις δομών και υπηρεσιών. Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει όχι σε αυτή την «αξιολόγηση» και θέλει κάποια άλλη που να μην «αναιρεί την έννοια της αξιολόγησης», όπως λέει και η περιφερειάρχης Ρ. Δούρου. Δηλαδή, κάποια άλλη, «καλή» αξιολόγηση. Γράφει η χτεσινή «Αυγή»: «Για την αξιολόγηση επίσης κανείς δεν διαφωνεί, υπό την προϋπόθεση να μην εξαντλείται σε μια ανούσια τεχνική διαδικασία και να αποσυνδεθεί από τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης». Δεν είναι βέβαια ξεκαθαρισμένο ποιο θα είναι το περιεχόμενο της αξιολόγησης που θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε οι επιπτώσεις της στους εργαζόμενους. Να θυμίσουμε εδώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαγγείλει πως θα επαναπροσλάβει όσους δημόσιους υπαλλήλους απολύθηκαν αντισυνταγματικά, άρα συμφωνεί με απολύσεις.

Σ
υγκυβέρνηση, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ θέλουν να επανελεγχθούν οι περιπτώσεις χιλιάδων εργαζομένων που δούλευαν για χρόνια ως συμβασιούχοι και πριν από πολλά χρόνια οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου με τότε κυβερνητική απόφαση, για την οποία είχαν συμφωνήσει και η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για εργαζόμενους που - για παράδειγμα σε ό,τι αφορά τους δήμους - δούλευαν απλήρωτοι και ανασφάλιστοι μετά τη λήξη των συμβάσεών τους, με εντολή δημάρχου ή απόφαση του δημοτικού συμβουλίου μέχρι να εγκριθεί η νέα σύμβαση. Τώρα, κρίνεται ως παράνομη η μονιμοποίησή τους και επανακαθορίζονται τα κριτήρια μονιμοποίησης. Ετσι, ο λεγόμενος επανέλεγχος που θέλει η κυβέρνηση θα τους βρει «ξεκρέμαστους» αφού θα υπάρξει πρόβλημα με την ταυτοποίηση της βεβαίωσης υπηρεσίας με την ασφάλισή τους, αφού απαιτούνται πλέον ασφαλιστικές ενημερότητες. Κάτι που συνεπάγεται κίνδυνο διαθεσιμότητας ή και απόλυσης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι αυτοί οι έλεγχοι έχουν ήδη ξεκινήσει, ότι τους ελέγχους θα τους κάνουν οι υπηρεσίες δήμων και περιφερειών, ενώ χτες η «Αυγή» δημοσίευσε δισέλιδο άρθρο του προέδρου του Διοικητικού Επιμελητηρίου για το συγκεκριμένο θέμα με τίτλο: «Οι πελατειακές κυβερνήσεις επανελέγχουν τον εαυτό τους αφαιρώντας αρμοδιότητα από τη δικαστική εξουσία»... Είναι χρήσιμο, βέβαια, να θυμίσουμε ότι το Διοικητικό Επιμελητήριο μαζί με την ΠΟΕ - ΟΤΑ σε πρόσφατο κοινό κείμενο - πρόταση προς την κυβέρνηση με στόχο να γίνει μια καλή ...«αξιολόγηση» ανέφεραν: «Στην Ελληνική Διοικητική πραγματικότητα τόσο των κεντρικών Δημοσίων Υπηρεσιών όσο και των περιφερειακών και των αυτοδιοικητικών, δεν εφαρμόζονται βασικά και σημαντικά εργαλεία αξιολόγησης που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα και υπό προϋποθέσεις, που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν ως καλές πρακτικές και στη Δημόσια Διοίκηση».
Καβγάς μεγάλος έχει ξεσπάσει και για τα πλαστά πτυχία. Η συγκυβέρνηση λέει ότι όπου εντοπίσει τέτοιες περιπτώσεις θα υπάρξει τιμωρία. Ασχέτως αν και τα δύο κόμματα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, οι διοικήσεις δήμων και οι δήμαρχοι που στηρίζονταν από αυτά τα δύο κόμματα, τον ΣΥΡΙΖΑ και άλλες πολιτικές δυνάμεις έχουν ευθύνη εάν υπάρχουν τέτοια φαινόμενα. Κάποιος αποδέχτηκε αυτά τα πλαστά πτυχία και πήρε στη δουλειά αυτούς τους εργαζόμενους...

Α
ναφέρουμε τα παραπάνω γιατί από όλη αυτή την κουβέντα λείπει κάτι βασικό. Οτι η λεγόμενη αξιολόγηση όπως κι αν αυτή γίνει στο σημερινό πλαίσιο δεν έχει καμία σχέση με την ανάγκη επιστημονικής, τεχνικής, επαγγελματικής στήριξης των εργαζομένων, ώστε οι ίδιοι και οι δημόσιες υπηρεσίες να γίνουν καλύτερες, σύγχρονες, πιο ποιοτικές στην παροχή αναβαθμισμένων κοινωνικών υπηρεσιών για τα λαϊκά στρώματα και τη νεολαία. Ούτε έχει στόχο να εξαλείψει τις αιτίες που προκαλούν και οξύνουν τα λαϊκά προβλήματα. Η κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Ενωση με την «αξιολόγηση» και βέβαια συνολικά με τις αναδιαρθρώσεις στο Δημόσιο, στοχεύουν να δυναμώσει η χειραγώγηση των δημοσίων υπαλλήλων, στοχεύουν σε ένα κράτος ακόμα πιο αυταρχικό, πιο εχθρικό απέναντι στους εργαζόμενους και το λαό, στοχεύουν στην ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών που θα τις πληρώνει αδρά ο λαός για να τις έχει. Στο πλαίσιο του σημερινού δρόμου ανάπτυξης, της σημερινής εξουσίας και του σημερινού, αντιδραστικού, κρατικού μηχανισμού δεν μπορεί να υπάρξει αξιολόγηση που θα έχει φιλολαϊκά χαρακτηριστικά, δεν μπορεί να υπάρξει «καλή» αξιολόγηση...

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Παιδικοί Σταθμοί: Συνεχίζει να αποπροσανατολίζει η κυβέρνηση

Μακριά από το πραγματικό πρόβλημα εξακολουθεί να βρίσκεται η κυβέρνηση, η οποία με δηλώσεις στελεχών της, αυτή τη βδομάδα, επεσήμανε πως βρέθηκε η λύση για να καλυφθούν οι θέσεις των οικογενειών που τα παιδιά τους έμειναν εκτός του προγράμματος ΕΣΠΑ για τους παιδικούς και βρεφικούς σταθμούς. Συγκεκριμένα, ο υφυπουργός Ανάπτυξης, Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος, τόνισε πως υπάρχουν αδιάθετα περίπου 23 εκατομμύρια ευρώ από τους εθνικούς πόρους και τα οποία θα δοθούν για να καλυφθούν όλες οι προσφερόμενες θέσεις για τα παιδιά που έμειναν εκτός παιδικών σταθμών.
Από αυτή την «εξαγγελία», όμως, η πραγματικότητα απέχει πάρα πολύ. Κι αυτό καθώς δεν πρόκειται για... μόλις 37.370 παιδιά που δε θα ενταχθούν στο πρόγραμμα του ΕΣΠΑ, αλλά εκατοντάδες χιλιάδες που παραμένουν εγκλωβισμένα στο σπίτι, καθώς με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο δεν υπάρχει η δυνατότητα να βρεθούν σε κανέναν βρεφονηπιακό ή παιδικό σταθμό του προγράμματος. Αποκλείεται δηλαδή η βασική ανάγκη μίας οικογένειας να πάνε τα παιδιά στους σταθμούς, με αποτέλεσμα να παραμένουν σε έναν άτυπο «κατ' οίκον περιορισμό», με γονείς ή συγγενείς να είναι αναγκασμένοι να τα προσέχουν.
Εκτός αυτού, από τις πρόσφατες ανακοινώσεις της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) προκύπτει πως κάθε χρόνο, έστω και ελάχιστα, αυξάνουν οι ιδιωτικοί σταθμοί και μειώνονται οι δημοτικοί. Και είναι λογικό, καθώς από τη μία το προσωπικό (με τις ευλογίες της Κεντρικής Ενωσης Δήμων Ελλάδας) συνεχώς μειώνεται και από την άλλη οι δημοτικές δομές μειώνουν τις θέσεις τους. Ετσι, το όλο θέμα είναι ζήτημα παιδαγωγικό, ψυχολογικό και οικονομικό. Είναι ζήτημα της ίδιας της διαμόρφωσης του παιδιού και της κοινωνικοποίησής του, από το να πηγαίνει από μικρή ηλικία στο βρεφικό παιδικό σταθμό και μετά να ξεκινά την, κατ' όνομα, προσχολική αγωγή.
Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά εκτός προγράμματος
Σύμφωνα λοιπόν με τα φετινά στοιχεία, όπως τα δημοσιοποίησε η ΕΕΤΑΑ, οι αιτήσεις έφτασαν τις 91.921 που αφορούσαν 112.282 παιδιά, τα οποία θα κάλυπταν τις 89.642 θέσεις σε δομείς και φορείς. Ομως, λόγω της έλλειψης χρημάτων, οι θέσεις φτάνουν για 74.912 παιδιά, αφήνοντας έτσι έξω συνολικά 37.370 παιδιά από το σύνολο των αιτήσεων και 14.730 παιδιά και βρέφη από τις έγκυρες αιτήσεις. Ειδικότερα, από τις 20.196 αιτήσεις που έγιναν για βρεφικούς σταθμούς, θα καλυφθούν 7.953 θέσεις, ενώ από τις 23.703 αιτήσεις σε Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών (ΚΔΑΠ) και ΚΔΑΠ - ΜΕΑ, θα μπουν 17.630 παιδιά.
Ακόμα και αυτός ο αριθμός των παιδιών που μένουν εκτός προγράμματος δεν είναι ο αληθινός, καθώς δεν έχει υπολογιστεί ο πλήρης αριθμός των παιδιών οι γονείς των οποίων έμειναν εκτός, καθώς αποκλείστηκαν πριν προλάβουν καν να συντάξουν την αίτηση. Σημειώνεται πως δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής οι δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι και όσες οικογένειες με δύο παιδιά είχαν ετήσιο εισόδημα που ξεπερνά τις 27.000 ευρώ. Πέρσι, το αντίστοιχο νούμερο ήταν 30.000 και πρόπερσι 40.000.
Σε όλα τα παραπάνω, αξίζει να σημειώσουμε πως οι αριθμοί μεγαλώνουν κι άλλο αν υπολογιστούν τα παιδιά από έξι μηνών έως και 4,5 ετών τα οποία φτάνουν τις 440.879, γεννημένα δηλαδή από το 2009 έως και το 2012. Για τα υπόλοιπα σχεδόν 3/4 που είναι εκτός προγράμματος ΕΣΠΑ, η μόνη λύση είναι ο γονιός ή ο συγγενής να παραμείνει στο σπίτι και να τα προσέχει για το διάστημα που οι γονείς εργάζονται ή να μπει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να πληρωθούν οι ιδιωτικοί σταθμοί. Ωστόσο, σε προηγούμενο Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΔΕ, είχε γίνει γνωστή η καταγγελία γονέων που ανέφερε πως ιδιωτικοί σταθμοί, παρόλο που χρηματοδοτούνταν από το πρόγραμμα και οι γονείς γλίτωναν τροφεία, ζητούσαν έξτρα ποσά παράνομα.
Μέσα σε όλα αυτά, υπενθυμίζεται πως ο αριθμός των ιδιωτικών δομών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα του ΕΣΠΑ κάθε χρόνο και αυξάνεται, με αντίστοιχη μείωση των δημοτικών. Συγκεκριμένα, από τις 2.665 δομές που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, οι 826 είναι ιδιωτικές, καταλαμβάνοντας έτσι το 31%. Ο αντίστοιχος αριθμός για το 2010-2011 ήταν 227 (δηλαδή το 29,5%).
Επιτακτική η πάλη των λαϊκών στρωμάτων
Για όλα τα παραπάνω, είναι επιτακτική ανάγκη η οργάνωση και ο αγώνας όλης της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, να παλέψουν μέσα από τα σωματεία τους, τους Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων των Παιδικών Σταθμών, τους Συλλόγους Γυναικών, τις Επιτροπές της ΠΑΣΕΒΕ και της ΠΑΣΥ, για δημόσιους, δωρεάν βρεφονηπιακούς σταθμούς για όλα τα παιδιά των εργαζομένων, των ανέργων, των μεταναστών.
Να εξασφαλιστούν τα αναγκαία κονδύλια, ώστε κανένα παιδί για το οποίο έχει γίνει αίτηση σε βρεφονηπιακό σταθμό να μη μείνει απ' έξω. Η διεκδίκηση πρέπει να στοχεύει ώστε κανένα παιδί να μη μείνει εκτός βρεφονηπιακών σταθμών, που θα είναι σύγχρονοι, ασφαλείς, δημόσιοι και δωρεάν, να γίνουν δεκτές όλες οι αιτήσεις και να καταργηθούν όλα τα τροφεία. Να υπάρξει κρατική χρηματοδότηση για τη διεύρυνση του δικτύου των παιδικών σταθμών με αξιοποίηση και διαμόρφωση κατάλληλων κτιρίων ιδιοκτησίας των δήμων ή άλλων κρατικών οργανισμών που είναι αναξιοποίητα, ώστε να καλυφθούν όλες οι λαϊκές ανάγκες. Επίσης, όχι μόνο να μη γίνει καμία απόλυση προσωπικού αλλά, αντίθετα, να γίνουν προσλήψεις μόνιμου παιδαγωγικού και βοηθητικού προσωπικού με αξιοπρεπείς μισθούς και πλήρη δικαιώματα και να μονιμοποιηθούν όλοι οι συμβασιούχοι εργαζόμενοι χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΑΠ 2014-2020: Σε τροχιά εξόντωσης κι άλλοι μικρομεσαίοι αγρότες

Μ
Λύση για τον μικρομεσαίο αγρότη είναι 
η συνεταιριστικοποίηση, δηλαδή 
η ενοποίηση της μικροϊδιοκτησίας 
σε μία μεγάλη
έχρι σήμερα, η κυβέρνηση δε δίνει όλα τα στοιχεία της νέας ΚΑΠ, αν και αυτή θα αρχίσει να εφαρμόζεται μετά από τρεις μήνες. Ο κάθε αγρότης δεν ξέρει τι ενισχύσεις θα πάρει, πόσο θα μειωθούν, τι όροι και προϋποθέσεις χρειάζονται, πώς ορίζονται τα νέα δικαιώματα, τι τον συμφέρει να καλλιεργήσει στη νέα χρονιά για να έχει κάποιο εισόδημα, για να ζήσει και να συνεχίσει την αγροτική του δραστηριότητα.
Με λίγα λόγια, δεν ξέρει το περιεχόμενο της νέας ΚΑΠ 2014 - 2020, που είναι συνέχεια των προηγούμενων και χειρότερη, σε ό,τι αφορά την επιβίωση των μικρών και μεσαίων αγροτών και γι' αυτό υπάρχει «θολούρα». Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ έχει ζητήσει εγγράφως τον επίσημο φάκελο, αλλά απάντηση δεν έχει πάρει!
Δεν ενημερώνουν, γιατί οι νέοι όροι και προϋποθέσεις, τα κριτήρια που θέτουν, κυρίως εξυπηρετούν την ανακατανομή των κοινοτικών πόρων και την αναδιανομή υπέρ των μεγάλων, για συγκέντρωση της παραγωγής στις μεγάλες καπιταλιστικές αγροτικές μονάδες, καθώς και τον προσανατολισμό σε ορισμένα προϊόντα, απ' όπου θα ευνοηθούν οι μεταποιητές.
Χαρακτηριστικά, με τη νέα ΚΑΠ 2014 - 2020 έχουμε τα εξής, απ' όσα έχουν ειπωθεί επίσημα:
1.
 Επιδοτείται κυρίως η έκταση καλλιέργειας που έχει ο αγρότης και όχι το είδος της καλλιέργειας. Οποιος έχει περισσότερη καλλιεργούμενη έκταση και στρέμματα σε καλή γεωργική κατάσταση, θα έχει περισσότερα λεφτά από τις επιδοτήσεις. Αλλάζει ο ορισμός του δικαιώματος που θα επιδοτείται, ωστόσο δεν είναι γνωστός! Παίζει ρόλο η αξία της αγροτικής γης και γι' αυτό έχουν επιλέξει τη διαίρεση της χώρας σε τρεις περιφέρειες, που επίσημα ανακοίνωσαν:
  • Βοσκότοποι, που θα πάρουν το 25% των κονδυλίων του εθνικού φακέλου (445 εκατ. ευρώ)
  • Αροτραίες εκτάσεις, που θα παίρνουν το 47% (837 εκατ. ευρώ) των κονδυλίων
  • Δενδρώδεις καλλιέργειες, όπου θα κατευθύνεται το 28% των κονδυλίων (498 εκατ. ευρώ).
Το σύνολο είναι 1,78 δισ. ευρώ για τις άμεσες επιδοτήσεις (από 2,2 δισ. την προηγούμενη περίοδο 2007-2013). Αυτή η μεγάλη μείωση οφείλεται στην επιλογή της κυβέρνησης να μεταφερθούν πόροι (περίπου 1,5 δισ. ευρώ) από τον Α' πυλώνα των άμεσων επιδοτήσεων στο Β', που είναι η ενίσχυση κυρίως των επιχειρηματιών. Ετσι, ο Β' πυλώνας, αν και είχε προϋπολογιστεί συνολικά σε 3,7 δισ. ευρώ (την προηγούμενη περίοδο 2007-2013 ήταν 3,96 δισ.), θα αυξηθεί στα 4,2 δισ. ευρώ περίπου.
2.
 Η κατανομή των άμεσων επιδοτήσεων θα διανέμεται με νέα κριτήρια:
  • Η βασική ενίσχυση, η οποία θα αντιστοιχεί στο 54% του εθνικού ορίου και η «πράσινη ενίσχυση» (μέτρα «περιβαλλοντικής προστασίας» των καλλιεργειών) που θα ανέρχεται στο 30%. Βασική και «πράσινη» ενίσχυση αποτελούν το 84% των άμεσων ενισχύσεων, που θα παίρνουν οι παραγωγοί που δήλωσαν στον ΟΣΔΕ μέχρι 100 στρέμματα. Το ίδιο ισχύει και γι' αυτούς που έχουν δενδρώδεις καλλιέργειες. Από τους 700.000, θεωρούνται «μικροί αγρότες» το 50%, δηλαδή οι 350.000. Αυτοί, από το 2015 θα παίρνουν ενισχύσεις μέχρι 1.250 ευρώ το χρόνο και εξαιρούνται του «πρασινίσματος» και των δειγματοληπτικών ελέγχων.
  • Οι συνδεδεμένες ενισχύσεις θα αποτελούν το 9% του εθνικού φακέλου και αφορούν ορισμένα προϊόντα που εξυπηρετούν κυρίως τη βιομηχανία μεταποίησης. Συγκεκριμένα, με την επιφύλαξη ότι μπορεί να αλλάξουν, περιλαμβάνονται μέχρι τώρα:
-- Τα όσπρια. Ο κλάδος στην εμπορία κυριαρχείται από δυο εταιρείες (3A και Agrino), που ελέγχουν πάνω από το 50% της αγοράς (στοιχεία 2012). Στην πενταετία 2008-2012 αυξήθηκαν τα καλλιεργούμενα στρέμματα κατά 17%.
-- Τα κτηνοτροφικά ψυχανθή, για την παρασκευή ντόπιων ζωοτροφών, προκειμένου να μειωθούν οι εισαγωγές, όπως απαιτεί το καρτέλ των γαλακτοβιομηχανιών, ώστε να μειωθεί και η τιμή παραγωγού στο γάλα.
-- Τα ζαχαρότευτλα, ώστε να διατηρηθεί η ποσόστωση και να λειτουργήσει η μεταποιητική βιομηχανία με το μοναδικό εργοστάσιο στο Πλατύ (το 2015 απελευθερώνεται ο τομέας).
-- Το σκληρό σιτάρι (εξαγώγιμο). Ωστόσο, φαίνεται να μειώνεται η επιδότηση από 9-10 ευρώ/στρέμμα στα 3,5-6 ευρώ/στρέμμα.
-- Τα βοοειδή, καθώς επιδιώκεται η μείωση των εισαγωγών ζώντων ζώων.
-- Τα αιγοπρόβατα, καθώς η μεταποιητική βιομηχανία ενδιαφέρεται για παραγωγή φέτας.
-- Το ρύζι, η βιομηχανική ντομάτα, η σποροπαραγωγή, τα πορτοκάλια χυμοποίησης και τοσπαράγγι. Επίσης, στις συνδεδεμένες ενισχύσεις θα συμπεριλαμβάνονται οι κτηνοτρόφοι, που έχουν ειδικά δικαιώματα αναφοράς στο ζωικό κεφάλαιο και δεν είχαν βοσκότοπο (σταβλισμένη κτηνοτροφία).
Ωστόσο, στα περισσότερα από τα παραπάνω προϊόντα, η επιδότηση θα είναι μειωμένη περισσότερο από 30% σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε μέχρι τώρα.
  • Για τους «νέους αγρότες» προορίζεται το 2% του εθνικού φακέλου, υπολογίζοντας να εισέλθουν άνω των 15.000 νέοι αγρότες στην επόμενη πενταετία. Ωστόσο, τα κονδύλια αυτά είναι ψίχουλα.
  • Το 5% του εθνικού φακέλου θα κατευθυνθεί σε περιοχές με φυσικά μειονεκτήματα και άλλους περιορισμούς - ορεινές και μειονεκτικές. Παραμένει το ειδικό καθεστώς στην καλλιέργεια στο βαμβάκι, όμως με μειωμένη επιδότηση ανά στρέμμα, που θα κυμαίνεται περίπου στα 70 ευρώ/στρέμμα, από 90 που είναι σήμερα, με τον όρο ότι διατηρείται η ποσόστωση των 2,5 εκατ. στρεμμάτων. Ακόμη, μπαίνει ο ορισμός του «ενεργού» αγρότη. Ως τέτοιος θεωρείται αυτός που έχει τουλάχιστον το 5% του εξωγεωργικού εισοδήματός του από άμεσες επιδοτήσεις.
Κατά τ' άλλα, συνεχίζουν να διατηρούν την αποδέσμευση της επιδότησης από την παραγωγή, δηλαδή να επιδοτείται αγροτική γη κι ας μην καλλιεργείται.
Αυτοί οι όροι και οι προϋποθέσεις μειώνουν σημαντικά τις ενισχύσεις και αναδιανέμουν τους πόρους για να εξυπηρετήσουν τις αναδιαρθρώσεις που προωθούν. Εχουν συγκεκριμένο προσανατολισμό ανάπτυξης της κτηνοτροφίας επιχειρηματικής μορφής, τη μείωση του κόστους παραγωγής με ντόπιες ζωοτροφές (ψυχανθή) και των οσπρίων, αφού η κατανάλωσή τους λόγω κρίσης αυξάνεται και ταυτόχρονα θέλουν να μειωθούν οι εισαγωγές. Δεν έχουν όμως πολλά περιθώρια, γιατί μπαίνουν οι περιορισμοί της ΕΕ, που δεν επιτρέπουν μεγάλες αυξήσεις, αφού έχουν σύγκριση τις περασμένες χρονιές για το τι καλλιεργούσαν και σε πόσες εκτάσεις.
Αλλά, όπως από τις επιδοτήσεις δε σώθηκαν μικροί και μεσαίοι αγρότες, έτσι και τώρα ο ξεριζωμός θα συνεχιστεί με νέο αριθμό. Αφού και αυτά που παίρνουν ως ενίσχυση του αγροτικού εισοδήματος, θα τους τα πάρουν μέσω της φορολογίας (π.χ. το 50%, δηλαδή 350.000 παραγωγοί, που θα πάρουν επιδότηση μέχρι 1.250 ευρώ, τους τα παίρνει αυτόματα ο ΕΝΦΙΑ με τη φορολόγηση όχι μόνο του σπιτιού, αλλά και της αποθήκης, της στάνης, του χωραφιού, που δεν τον είχε τα προηγούμενα χρόνια και έπονται η φορολόγηση στις γεωτρήσεις κ.ο.κ.).
Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αμφισβητεί την ΚΑΠ και την ΕΕ, ούτε διακρίνει ταξικές πολιτικές που ευνοούν τους μεγάλους και τη συγκέντρωση. Αντίθετα, βλέπει «εγγενείς αδυναμίες» στην ΚΑΠ και ότι με μια άλλη διαπραγμάτευση με τη «συμμαχία του Νότου -λες και είναι γεωγραφικό και όχι ταξικό ζήτημα- θα ήταν καλύτερα τα αποτελέσματα για τους μικρομεσαίους αγρότες και τις οικογενειακές αγροτικές εκμεταλλεύσεις -είναι το μοντέλο που επιδιώκουν- και θα αποτελούσε ο αγροτοδιατροφικός τομέας μοχλό ανάκαμψης και ανάπτυξης.
Υποκρίνονται και κοροϊδεύουν συνειδητά, αφού ξέρουν καλά ότι η στρατηγική της ΕΕ για το 2020 είναι η οικονομική μεγέθυνση, δηλαδή η ενίσχυση των επιχειρηματικών ομίλων. Μάλιστα, δεν την αμφισβητούν και είναι βέβαιο ότι η οικογενειακή μικρή μονάδα είναι καταδικασμένη σε θάνατο.
Σε ειδική ερώτηση στη ΔΕΘ προς τον Αλ. Τσίπρα για το κλείσιμο των εργοστασίων της βιομηχανίας ζάχαρης, δε δεσμεύτηκε ότι θα τα ανοίξει. Αν και διαπίστωσε ότι γίνονταν κάποτε εξαγωγές ζάχαρης στα Βαλκάνια, δεν ανέφερε ποια ήταν η αιτία που δε συνεχίζονται, αλλά αντίθετα κλείνει η ΕΒΖ. Περιορίστηκε να πει: «Η ζάχαρη εντάσσεται στη λογική της αποεπένδυσης, φταίνε οι τράπεζες που δε χρηματοδοτούν». Κουβέντα για ποσοστώσεις, ΚΑΠ, ΕΕ.
Η πρόταση διεξόδου του ΚΚΕ
Είναι ολοφάνερο ότι και με τη νέα ΚΑΠ 2014 - 2020, ο μικρομεσαίος αγρότης, όσο και να δουλέψει, δεν μπορεί να φτάσει το μειωμένο κόστος παραγωγής του μεγάλου. Λύση για την επιβίωσή του είναι να αποκτήσει τα πλεονεκτήματα της μεγάλης παραγωγής. Αυτό θα γίνει με τη συνεταιριστικοποίηση, δηλαδή την ενοποίηση της μικροϊδιοκτησίας σε μία μεγάλη.
Η ενοποίηση γης - καλλιεργητικών δραστηριοτήτων σημαίνει χαμηλό κόστος παραγωγής με κρατική επιστημονική και τεχνική στήριξη, για παραγωγή καλών, ποιοτικών, φτηνών προϊόντων για τη λαϊκή οικογένεια. Με εξασφαλισμένη πώληση της παραγωγής, αφού θα υπάρχει η κρατική συγκέντρωση και το εμπόριο.
Είναι άλλη μορφή οργάνωσης της παραγωγής και άλλη εξουσία, του λαού. Είναι ένα ανώτερο ποιοτικά σύστημα για τις διατροφικές ανάγκες του λαού και ο αγρότης δε θα έχει αγωνία για τις καιρικές συνθήκες και τις θεομηνίες ή το πράσινο σκουλήκι στο βαμβάκι ή τον περονόσπορο στο αμπέλι, γιατί θα υπάρχουν ινστιτούτα - στήριγμα στην αγροτική παραγωγή και αποκλειστικά κρατικός φορέας ασφάλισης με όλα τα σύγχρονα μέσα, που θα διαλύει χαλάζια πριν φτάσουν στη γη, θα προστατεύει την παραγωγή.
Δε θα υπάρχει αγωνία για τα φυτοφάρμακα, τις ζωοτροφές, την ενέργεια, πόσο κάνουν τα λιπάσματα κ.ο.κ. Δε θα υπάρχει αγωνία, γιατί η βιομηχανία αγροτικών εφοδίων θα είναι κοινωνικοποιημένη, ούτε αγωνία σε τι τιμή θα πουληθεί το προϊόν, γιατί θα υπάρχει κρατική συγκέντρωση και εμπορία.
Ο αγρότης θα είναι ένας κρίκος σε αυτή την κοινωνικοποιημένη μορφή παραγωγής, που θα δουλεύει σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι, θα έχει μισθό που να μπορεί να ζήσει, με ωράριο, χρόνο ξεκούρασης, δημόσια και δωρεάν και ποιοτική φροντίδα της υγείας του, τη μόρφωση των παιδιών του, παιδικούς σταθμούς, ειδική φροντίδα για τους ηλικιωμένους, διακοπές κάθε χρόνο, αθλητικά και πολιτιστικά κέντρα για τη νεολαία και όλη την οικογένεια δωρεάν. Δε θα είναι πολυτέλεια, όπως ισχύει σήμερα. Αυτή είναι ανάπτυξη υπέρ του λαού.
Δίνουμε, λοιπόν, προοπτική στον καθημερινό αγώνα, όταν στήνουμε μπλόκα, διεκδικώντας φτηνότερο πετρέλαιο, μείωση φορολογίας, να μη σαπίζει η παραγωγή στο χωράφι κ.ά. Οσο ανασυγκροτείται και επανακάμπτει το μαζικό κίνημα, όσο συνδέουμε την οικονομία με την πολιτική, τόσο δυναμώνουμε την προοπτική για την αλλαγή τάξης στην εξουσία, για τη δική μας λαϊκή εξουσία και οικονομία. Αυτό σημαίνει ισχυροποίηση του ΚΚΕ παντού.


Διαμάντω  ΜΑΝΩΛΑΚΟΥ
Μέλος της ΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Αγροτικής πολιτικής της ΚΕ του ΚΚΕ