Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Στήνουν δόκανο στους εργαζόμενους για τις ανατροπές στα Εργασιακά

Από την κινητοποίηση Ομοσπονδιών και Συνδικάτων
της Αττικής στο υπουργείο Εργασίας,
την περασμένη Δευτέρα
Προετοιμάζοντας τη νέα επίθεση στα Εργασιακά, η κυβέρνηση οριοθετεί την προπαγάνδα της και κυρίως την τακτική της, όχι βέβαια απέναντι στο «κουαρτέτο», με το οποίο υπάρχει συμφωνία για το πλαίσιο των ανατροπών, στη βάση του τρίτου μνημονίου, αλλά απέναντι στους εργαζόμενους και το λαό.
Με άλλα λόγια, η περίοδος που διανύουμε δεν είναι προπαρασκευαστική των διαπραγματεύσεων από τη σκοπιά των θεμάτων που θα συζητηθούν και των αποφάσεων που θα παρθούν, αλλά από τη σκοπιά της καλλιέργειας κλίματος ώστε οι αντεργατικές ανατροπές να γίνουν αποδεκτές από τους εργαζόμενους με τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις.
Επομένως, η κυβέρνηση ετοιμάζεται ξανά να δώσει εξετάσεις στο κεφάλαιο και να επιβεβαιώσει τόσο την αποφασιστικότητά της να περνάει μέτραπου υπηρετούν το στόχο της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του, όσο και την ικανότητά της να κάνει τη βρώμικη δουλειά, ενσωματώνοντας και χειραγωγώντας τις δίκαιες αντιδράσεις του λαού.
Η "εθνική γραμμή"
Το στόχο αυτό υπηρετεί για παράδειγμα η δήλωση που έκανε την περασμένη Τρίτη στη Βουλή ο υπουργός Εργασίας, ότι σκοπεύει από βδομάδα να εκκινήσει τις διαδικασίες για την έναρξη του «κοινωνικού διαλόγου» με τις εργοδοτικές ενώσεις και τη ΓΣΕΕ, με στόχο να διαμορφωθεί μια «εθνική γραμμή» στα ζητήματα που θα τεθούν στη διαπραγμάτευση.
Αυτά είναι η πλήρης απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οσυνδικαλιστικός νόμος. Μάλιστα, ο Γ. Κατρούγκαλος περιέγραψε ως εξής το περιεχόμενο αυτής της «εθνικής γραμμής»: «Πλήρης απόρριψη των θεμάτων των ομαδικών απολύσεων - ούτε οι εργοδοτικές οργανώσεις προβάλλουν παρόμοια αναγκαιότητα - απόρριψη της ανταπεργίας, συνυπογραφή του αιτήματος για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο υπουργός ξεχωρίζει αυτά τα τρία ζητήματα για να αποσπάσει τη συναίνεση της μεγαλοεργοδοσίας και των συνδικαλιστικών πλειοψηφιών. Αυτό που προπάντων ενδιαφέρει την κυβέρνηση, αυτό που υπηρετεί καλύτερα το στόχο της χειραγώγησης του λαού, για να διαμορφώσει στάση αναμονής ή και ανοχής απέναντι στα μέτρα που συζητούνται σε βάρος του, είναι η καλλιέργεια της ψευδαίσθησης ότι σ' αυτή τη διαπραγμάτευση όλοι, κυβέρνηση, εργοδότες και εργαζόμενοι, στέκονται σαν μια γροθιά απέναντι στους δανειστές.
Κι όχι μόνο αυτοί, αλλά και όλα τα κόμματα, στα οποία, όπως είπε ο Γ. Κατρούγκαλος, θα απευθυνθεί για να συνυπογράψουν την «εθνική γραμμή», πριν την επίσημη έναρξη της διαπραγμάτευσης.
Αποκωδικοποιώντας την προπαγάνδα
Αλλά και στο στρατόπεδο του υποτιθέμενου αντιπάλου, ο Γ. Κατρούγκαλος ξεχωρίζει «εχθρούς» και «φίλους». Για παράδειγμα, «φίλος» είναι το ευρωκοινοβούλιο και ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας, οι δυνάμεις εκείνες στην ΕΕ που μάχονται τον «νεοφιλελευθερισμό». «Εχθρός» είναι το ΔΝΤ, που «ζητάει αίμα» και που η κυβέρνηση θα επιδιώξει την απομόνωσή του στις διαπραγματεύσεις, όπως έκανε και με το Ασφαλιστικό, σύμφωνα με παλιότερες δηλώσεις του υπουργού Εργασίας.
Αποκωδικοποιώντας την προπαγάνδα της, θα λέγαμε ότι η κυβέρνηση λέει στους εργαζόμενους πάνω - κάτω τα εξής: «Εργοδότες, εργαζόμενοι και κυβέρνηση έχουμε κοινούς στόχους στη διαπραγμάτευση που ξεκινάει το Σεπτέμβρη και πρέπει να πάμε μαζί. Εκεί θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε το ΔΝΤ και λιγότερο τους θεσμούς της ΕΕ που συμμετέχουν στο κουαρτέτο, τους οποίους προσπαθούμε να πείσουμε ότι με τη στάση μας υπερασπιζόμαστε την κοινωνική Ευρώπη και το "ευρωπαϊκό κεκτημένο".
Επομένως, συμφέρον του λαού είναι να δείξει εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και να τη στηρίξει στη διαπραγμάτευση. Το ίδιο κάνουν άλλωστε και οι εργοδότες, αφού δεν ζητάνε την πλήρη απελευθέρωση των απολύσεων, ούτε βέβαια την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού, όπως ψευδώς γράφεται. Αντίθετα, στηρίζουν και το αίτημα για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων».
Τα ψέματα της κυβέρνησης
Ας δούμε ένα προς ένα τα ψέματα της κυβέρνησης. Είναι ψέμα ότι οι εργοδότες έχουν κοινά αιτήματα και ίδια συμφέροντα με τους εργαζόμενους απέναντι στις αλλαγές που συμφωνήθηκαν με το τρίτο μνημόνιο και τώρα μπαίνουν στη φάση της υλοποίησης, μέσα από τη διαδικασία της δεύτερης αξιολόγησης.
Ο Γ. Κατρούγκαλος λέει ότι οι εργοδότες δεν ζητάνε - τουλάχιστον για την ώρα - την πλήρη απελευθέρωση των απολύσεων. Δεν λέει όμως ότι με τις αλλαγές που έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση και διατηρεί η σημερινή στον τρόπο λειτουργίας του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, δεν υφίσταται πλέον κανένα ουσιαστικό εμπόδιο για τις ομαδικές απολύσεις, ενώ τυπικά μόνο παραμένει η διοικητική έγκριση του υπουργού. Σημειώνουμε ότι αυτή η ρύθμιση έγινε με την έγκριση και της ΓΣΕΕ.
Αλλά ακόμα κι αν τελικά υπάρξει αύξηση ή και πλήρης απελευθέρωση των ορίων που σήμερα προβλέπονται στον νόμο για τις ομαδικές απολύσεις, η κυβέρνηση δεν θα δυσκολευτεί να βγάλει ξανά λάδι την εργοδοσία, επικαλούμενη την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ για την υπόθεση των «Τσιμέντων Χαλκίδας». Θυμίζουμε ότι η εισήγηση του εισαγγελέα είναι να αρθεί κάθε εμπόδιο στις ομαδικές απολύσεις, που υπονομεύει την ελευθερία εγκατάστασης και δράσης του κεφαλαίου, σύμφωνα με τις ιδρυτικές συνθήκες της ΕΕ.
Επομένως, η κυβέρνηση είναι αυτή που κάνει πλάτες στη μεγαλοεργοδοσία και προσπαθεί να τη βγάλει από το κάδρο των ανατροπών και όχι το αντίστροφο, όπως παρουσιάζει τα πράγματα ο υπουργός Εργασίας.
Οι Συλλογικές Συμβάσεις
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ακόμα ότι οι εργοδοτικές ενώσεις συνυπογράφουν το αίτημα για επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη διαστρέβλωση της αλήθειας. Αν οι εργοδότες θέλουν συλλογικές διαπραγματεύσεις, τότε γιατί στην πλειοψηφία των κλάδων δεν προσέρχονται καν να συζητήσουν με τις Ομοσπονδίες για τις κλαδικές συμβάσεις; Και γιατί εκεί που εμφανίζονται ζητάνε μισθούς στα όρια των 586 και 511 ευρώ μεικτά, όσο είναι δηλαδή ο καθορισμένος από το κράτος κατώτερος μισθός;
Αλλωστε, τέτοιους μισθούς έχει επιβάλει η μεγαλοεργοδοσία σε μεγάλη μερίδα των εργαζομένων, κυρίως των νεοπροσληφθέντων, είτε με ατομικές, είτε με επιχειρησιακές Συμβάσεις. Τέτοιους μισθούς αποφασίζει και ο ΟΜΕΔ για τις υποθέσεις εκείνες που με ευθύνη της εργοδοσίας παραπέμπονται στην κρίση του. Επομένως, πάει πολύ η κυβέρνηση να παρουσιάζει τους εργοδότες ως υπέρμαχους τάχα των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Η αλήθεια είναι ότι το ενδιαφέρον των εργοδοτικών ενώσεων για τις Συλλογικές Συμβάσεις αρχίζει και τελειώνει στο βαθμό που τους δίνουν τη δυνατότητα να μειώσουν κι άλλο τον μέσο μισθό, με στόχο αυτός να προσεγγίσει τον σημερινό κατώτερο. Ο οποίος με τη σειρά του είναι αμφίβολο αν θα παραμείνει στα ίδια άθλια επίπεδα, ή θα πέσει ακόμα πιο κάτω. Οπως μάλιστα είπε τις προάλλες ο υπουργός, καμία βελτίωση δεν προβλέπεται για τον κατώτερο μισθό, μέχρι να τελειώσει το τρέχον πρόγραμμα (τέλη 2018).
Αλλά και μετά το 2018 το πιθανότερο είναι να εφαρμοστεί ο σημερινός νόμος, που προβλέπει καθορισμό του κατώτερου μισθού από το κράτος, ύστερα από διαβούλευση με τους «κοινωνικούς εταίρους», που θα υπηρετεί όμως την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Αυτό, σε συνδυασμό με την πρόβλεψη του μνημονίου ότι δεν επιτρέπεται καμία επιστροφή σε προηγούμενο καθεστώς σε ό,τι αφορά τα Εργασιακά, σημαίνει ότι στην καλύτερη περίπτωση διαιωνίζονται τα 586.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που κρύβει η κυβέρνηση. Οτι οι εργοδότες βάζουν έστω και συγκαλυμμέναζήτημα κατάργησης του 13ου και 14ου μισθού, που συνεχίζει να ισχύει στον ιδιωτικό τομέα - το κατά πόσο αποδίδεται είναι άλλο θέμα - ζητώντας ο κατώτερος μισθός που θα ορίζεται από τις κλαδικές συμβάσεις και την ΕΓΣΣΕ να είναι «καθαρός» από επιδόματα. Τέτοια πρόβλεψη υπάρχει άλλωστε και στο νόμο του Βρούτση.
Καμία ανοχή, καμία αναμονή
Οσο για το ζήτημα της ανταπεργίας, η κυβέρνηση «ρίχνει άδεια για να πιάσει γεμάτα». Οπως φαίνεται, αν τελικά δεν υπάρξει αλλαγή στη νομοθεσία για το «lock out», αυτό θα αξιοποιηθεί για να περάσουν αδιαμαρτύρηταόλες οι άλλες ανατροπές στον συνδικαλιστικό νόμο, με βασικότερη αυτή που αφορά την θέσπιση νέων εμποδίων για την κήρυξη και την οργάνωση μιας απεργίας.
Να μην ξεχνάμε άλλωστε ότι μια τέτοια αλλαγή έχει εμβληματικό χαρακτήρα για την εργοδοσία, καθώς τοαδυνάτισμα του όπλου της απεργίας που διαθέτουν οι εργαζόμενοι, το σταμάτημα δηλαδή της παραγωγής και της αδυναμίας της εργοδοσίας να αναπαράγει τα κέρδη της, θεωρείται «εκ των ων ουκ άνευ» για να «ανθίσουν» η επιχειρηματικότητα και οι επενδύσεις. Η δήλωση του επικεφαλής της «Cosco» μπροστά στον Αλ. Τσίπρα από τη Σαγκάη δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνειών.
Πάμε και στο τελευταίο επιχείρημα, ότι η ΕΕ είναι ο «καλός» της υπόθεσης και το ΔΝΤ ο «κακός». Θυμίζουμε μόνο ότι πριν από λίγες μέρες ο «Ριζοσπάστης» αποκάλυψε την πρόταση Γιούνκερ, με την οποία υποτίθεται ότι θα θεσπιστεί ένα μίνιμουμ εργασιακών δικαιωμάτων για όλα τα κράτη - μέλη, στη βάση των «βέλτιστων πρακτικών». Πέρα από το γεγονός ότι οι αντεργατικές μεταρρυθμίσεις σε Γαλλία και Βέλγιο - για να πάρουμε τα πιο πρόσφατα παραδείγματα- είναι ο καθρέπτης όσων οραματίζεται ο επικεφαλής της Κομισιόν, αυτή καθαυτή η πρότασή του είναι πραγματικός κόλαφος για ό,τι έχει απομείνει όρθιο από εργασιακά και άλλα δικαιώματα.
Επομένως, καμία ανοχή, ούτε αναμονή απέναντι στα ψέματα και την προπαγάνδα της κυβέρνησης, τον «κοινωνικό διάλογο» με τον οποίο θα προσπαθήσει να εγκλωβίσει τους εργαζόμενους. Τώρα είναι που χρειάζεται τα σωματεία να αναδειχτούν σε πραγματικούς οργανωτές της απάντησης των εργαζομένων στα αντεργατικά μέτρα κυβέρνησης - κεφαλαίου - ΕΕ και της μάχης των Συλλογικών Συμβάσεων, με το πλαίσιο που προβάλλει και προτείνει σε όλες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις το ΠΑΜΕ: Ανάκτηση των απωλειών, κατάργηση των αντεργατικών νόμων, συμμαχία και πάλη για τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων και του λαού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου