Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

"Πλυντήριο" για αντιλαϊκά μέτρα που υπαγορεύει το συμφέρον των μονοπωλίων

Δεν αποτελεί παράλληλη διαδικασία στις μεταρρυθμίσεις, αλλά συστατικό κομμάτι των ανατροπών σε βάρος των εργαζομένων και του λαού
Από παλιότερη κινητοποίηση
 ενάντια στον "κοινωνικό διάλογο"
Η ενίσχυση του «κοινωνικού διαλόγου»προβάλλεται ως μια από τις βασικές προτεραιότητες της ΕΕ και των κυβερνήσεων στα κράτη - μέλη της. Είναι ένα από τα κύρια εργαλεία με τα οποία προσπαθούν να εμφανίσουν τα συμφέροντα των μονοπωλίων σαν συμφέροντα συνολικά των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
Από αυτή τη σκοπιά, η συμμετοχή του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, στον «κοινωνικό διάλογο» με τις Ενώσεις των εργοδοτών και το κράτος τους καλλιεργεί τη λογική της ταξικής συνεργασίας, με στόχο να νομιμοποιήσει στις εργατικές - λαϊκές συνειδήσεις πολιτικές και μέτρα που είναι σε βάρος τους.
Η ΕΕ, τον τελευταίο χρόνο, κρίνοντας ότι ο «κοινωνικός διάλογος» έχει αποδυναμωθεί λόγω της κρίσης, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ενίσχυση των θεσμών και των διαδικασιών που τον προωθούν. Μέρος του σχεδιασμού της είναι η «θεσμική» συμμετοχή των «κοινωνικών εταίρων» στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής, ώστε να εξασφαλιστεί η «κοινωνική συναίνεση» πριν ακόμα εφαρμοστούν τα μέτρα και να αμβλυνθούν οι αντιδράσεις.
Ετσι, στις 2 Μάρτη 2016, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μπροστά στη Σύνοδο του Συμβουλίου Απασχόλησης, που έγινε πέντε μέρες μετά, έστειλε έγγραφο με θέμα «Νέα αρχή για τον κοινωνικό διάλογο», το οποίο ξεκινούσε ως εξής: «Τον Μάρτιο του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τους κοινωνικούς εταίρους και τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ δρομολόγησαν μια νέα αρχή για τον κοινωνικό διάλογο, 30 χρόνια μετά την έναρξη του ευρωπαϊκού κοινωνικού διαλόγου, το 1985».
Πιο κάτω σημείωνε: «Ο κοινωνικός διάλογος (...) είναι κρίσιμος παράγοντας για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» και πρόσθετε πως οι κοινωνικοί εταίροι είναι «ουσιώδεις παράγοντες για τη βελτίωση της διακυβέρνησης και της χάραξης πολιτικής».
Σε άλλο σημείο, το κείμενο διαπιστώνει ότι στις χώρες όπου αξιοποιήθηκε καλύτερα το εργαλείο του «κοινωνικού διαλόγου», εφαρμόστηκαν πιο εύκολα οι αντιλαϊκές πολιτικές και αυτό συνέβαλε στην προστασία τους από την κρίση: «Τα κράτη - μέλη που αποδείχθηκαν ως πλέον ανθεκτικά κατά τη διάρκεια της κρίσης,μπορούσαν συχνά να βασίζονται σε πολιτικές για την αγορά εργασίας τις οποίες είχαν σχεδιάσει από κοινού εκπρόσωποι των εργαζομένων και των εργοδοτών».
Κάνουν ...επιστήμη τη χειραγώγηση του λαού
Η φενάκη που σερβίρουν στους εργαζόμενους είναι ότι ο «κοινωνικός διάλογος» είναι αναγκαίος για τη διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας, ενός κλάδου ή μιας μεμονωμένης επιχείρησης, άρα και προϋπόθεση για να υπάρχουν και να δημιουργούνται θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με την ΕΕ, ο «κοινωνικός διάλογος» συμβάλλει «στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας (...) στη δημιουργία εργασιακού περιβάλλοντος περισσότερο ευνοϊκού για τις επενδύσεις και τη βιώσιμη ανάπτυξη».
Το τι σημαίνει ανταγωνιστικότητα το έχει ήδη ορίσει η ΕΕ. Σε σχετική έκθεση πριν από ένα χρόνο περίπου, σημείωνε την ανάγκη βελτιώσεων «στον ευρύτερο και ολοένα κεντρικό τομέα της "ανταγωνιστικότητας"» και για το λόγο αυτό έχει προτείνει τη δημιουργία εθνικών φορέων που θα αξιολογούν το βαθμό «στον οποίο η εξέλιξη των μισθών συμβαδίζει με την παραγωγικότητα, μέσω της σύγκρισης με τις εξελίξεις στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ και στους κυριότερους συγκρίσιμους εμπορικούς εταίρους».
Επομένως, βασική πλευρά της ανταγωνιστικότητας είναι το λεγόμενο κόστος εργασίας, που πρέπει να συντηρείται σε χαμηλά επίπεδα, σε σύγκριση και με τους βασικούς ανταγωνιστές. Προκειμένου να το πετύχει αυτό, «η Επιτροπή αποφάσισε να δώσει νέα ώθηση στον κοινωνικό διάλογο» και αναφέρεται στη διάσκεψη που έγινε το Μάρτη του 2015, όπου συμμετείχαν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μαζί με τους ευρωπαϊκούς και εθνικούς «κοινωνικούς εταίρους».
Σ' αυτή τη διάσκεψη, συζητήθηκε «η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στην οικονομική διακυβέρνηση σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, καθώς και η ανάμειξή τους στη χάραξη πολιτικής και τη νομοθέτηση της ΕΕ». Με άλλα λόγια, οι «κοινωνικοί εταίροι» κάθονται στο ίδιο τραπέζι και συζητούν με τις κυβερνήσεις των κρατών - μελών τη χάραξη της πολιτικής που υπηρετεί τα μονοπώλια! Αυτός είναι ο πυρήνας του «κοινωνικού διαλόγου».
Στη διάσκεψη ορίστηκαν δύο θεματικές ομάδες, με την πρώτη να εκτιμά, μεταξύ άλλων, ότι «η προσάρτηση των απόψεων των κοινωνικών εταίρων στα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων θεωρήθηκε καλή πρακτική», προφανώς επειδή με αυτόν τον τρόπο καθιστούν τους εργαζόμενους και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις συνένοχους στη χάραξη και στην υλοποίηση βαθιά ταξικών, αντιλαϊκών μέτρων.
Μάλιστα, γι' αυτό το σκοπό η ΕΕ δεν λυπάται να ξοδέψει όσο χρήμα χρειαστεί και γι' αυτό η ομάδα επισήμανε στο κείμενό της την «ανάγκη να διασφαλιστούν κατάλληλοι χρηματοδοτικοί πόροι και υποστήριξη για τις δραστηριότητες ανάπτυξης ικανοτήτων, κυρίως μέσω των κοινωνικών εταίρων και των εθνικών πόρων, αλλά ενδεχομένως και μέσω της χρήσης ενωσιακών κονδυλίων (ιδίως του ΕΚΤ και των προνομιακών γραμμών του προϋπολογισμού που προορίζονται για τον κοινωνικό διάλογο)».
Φυλάνε σαν κόρη οφθαλμού την "κοινωνική συνοχή"
Σε άλλο έγγραφο στις 16 Ιούνη 2016, όπου αναφέρονται τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το ζήτημα του «κοινωνικού διαλόγου», σημειώνεται πως ο «κοινωνικός διάλογος» έχει επηρεαστεί αρνητικά από το πολύ δύσκολο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, το οποίο περιγράφεται ως εξής: «Οι πολλαπλές κρίσεις τις οποίες έχει υποστεί η ΕΕ από το 2008, έχουν αναδείξει όχι μόνο τις διαρθρωτικές αδυναμίες, αλλά έχουν επίσης δημιουργήσει μια σημαντική ανησυχία για την κοινωνική συνοχή στην ΕΕ, με υψηλή ανεργία, περισσότερους ανθρώπους να ζουν με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού και των αυξανόμενων ανισοτήτων μεταξύ των κρατών - μελών».
Απ' όλα τα παραπάνω ξεχωρίζουμε την ανησυχία τους για την «κοινωνική συνοχή». Ομολογούν, δηλαδή, ότι η εξασθένηση του «κοινωνικού διαλόγου» πολλαπλασιάζει τις προϋποθέσεις για κοινωνικές εντάσεις και συγκρούσεις, για όξυνση δηλαδή της ταξικής πάλης, στο βαθμό που η αστική τάξη και το κράτος της στερείται ένα τόσο ισχυρό όπλο χειραγώγησης των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
Στο ίδιο έγγραφο, το Συμβούλιο τονίζει την «ανάγκη για ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση», ενώ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να «συνεχίσει να ερευνά, μαζί με το ίδιο και τους κοινωνικούς εταίρους, τρόπους για την ενίσχυση της συμμετοχής τους, σε επίπεδο ΕΕ, στην οικονομική διακυβέρνηση και το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο». Ξανά στο προσκήνιο, δηλαδή, η ενεργός συμμετοχή των «κοινωνικών εταίρων» στο σχεδιασμό της πολιτικής που εξοντώνει τα εναπομείναντα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα.
Τέλος, λίγες μέρες μετά, στις 26 Ιούνη, δημοσιοποιείται κοινή δήλωση της Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των «κοινωνικών εταίρων», μεταξύ αυτών και της ETUC (της αποκαλούμενης Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, το μακρύ χέρι των ευρωπαϊκών μονοπωλίων στο συνδικαλιστικό κίνημα), όπου επισημαίνεται ότι «οι υπογράφοντες χαιρετίζουν το θεμελιώδη ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Διαλόγου ως σημαντικού παράγοντα στη χάραξη εργασιακών και κοινωνικών πολιτικών της ΕΕ, και γι' αυτό χαιρετίζουν την ενίσχυση του διαλόγου μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου