Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Φαρμάκι κι όχι φάρμακο ο "κοινωνικός διάλογος"

Την Τετάρτη, η επίτροπος Απασχόλησης της ΕΕ, Μαρία Τίσεν, σε συνέντευξη που έδωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, παρουσίασε τους άξονες των επόμενων αντεργατικών μέτρων που συζητάει το κουαρτέτο με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. «Χρειαζόμαστε - είπε - μεταρρυθμίσεις στο νόμο για τις απεργίες (...), στη νομοθεσία για τον ιδιωτικό τομέα, τις συλλογικές απολύσεις (σ.σ. ομαδικές) που είναι πραγματικά ένα εμπόδιο στις επενδύσεις (...)». Σε άλλο σημείο έγινε πιο αναλυτική για το ζήτημα των ομαδικών απολύσεων, λέγοντας πως «κανένας επενδυτής Ελληνας ή ξένος δε θα θέλει να επενδύσει, αν ξέρει ότι σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά, η κρατική διοίκηση μπορεί να μπλοκάρει τις αποφάσεις του επιχειρηματία. Αυτό εμποδίζει τις επενδύσεις, τις οποίες τις χρειάζεται η Ελλάδα για την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας». Με άλλα λόγια, είπε ότι ακόμα και η ελάχιστη προστασία των εργαζομένων από τις ομαδικές απολύσεις στέκεται εμπόδιο στις επενδύσεις και στα κέρδη των μονοπωλίων. Αυτό είναι, άλλωστε, και το πνεύμα της σχετικής οδηγίας της ΕΕ.
Αντιστρόφως, επιβεβαίωσε ότι το κέρδος των μονοπωλίων περνά μέσα από το χτύπημα των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης. Το ίδιο συμβαίνει και με το δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή εργασία, όπου και εκεί η επίτροπος υπήρξε κατηγορηματική: «Οταν έχεις περισσότερη ευελιξία, μπορείς να έχεις καλύτερες σχέσεις εργασίας», είπε. Βέβαια, τα βήματα που έχει καταγράψει η ελληνική αγορά εργασίας σ' αυτόν τον τομέα, για λογαριασμό του κεφαλαίου, κάθε άλλο παρά απογοητευτικά μπορούν να θεωρηθούν, όπως δείχνουν τα στοιχεία που παρουσιάζει σήμερα ο «Ριζοσπάστης» στη σελίδα 9, για τη γενίκευση των ελαστικών και προσωρινών μορφών εργασίας. Αλλά ούτε αυτά είναι αρκετά για τους επιχειρηματικούς ομίλους, που θέλουν την πλήρη ευελιξία στην αγορά εργασίας. Είπε και κάτι άλλο, όμως, η Επίτροπός, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Οταν ρωτήθηκε ποιες μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν στην Ελλάδα, το πρώτο που απάντησε ήταν: «Πρωτ' απ' όλα η ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου. Και αυτό γιατί έτσι μπορούν να σχεδιαστούν καλύτερα οι πολιτικές, καθώς επίσης και να εφαρμοστούν».
Τι λέει εδώ η επίτροπος; Οτι ο «κοινωνικός διάλογος» είναι προϋπόθεση για να περάσουν τα βάρβαρα μέτρα, να συγκαλυφθούν οι αντικειμενικές ταξικές αντιθέσεις και να καλλιεργηθεί κλίμα ταξικής ειρήνης και συνεργασίας. Η ενίσχυση του «κοινωνικού διαλόγου» είναι μία από τις βασικές προτεραιότητες της ΕΕ και των κυβερνήσεων των κρατών - μελών, σε συνέχεια της διαπίστωσης ότι σαν θεσμός έχει εξασθενήσει τα τελευταία χρόνια και χρειάζεται να αναθερμανθεί. Για παράδειγμα, στις 2 Μάρτη 2016 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μπροστά στη Σύνοδο του Συμβουλίου Απασχόλησης που έγινε πέντε μέρες μετά, έστειλε έγγραφο με θέμα «Νέα αρχή για τον κοινωνικό διάλογο», στο οποίο αναλυόταν η σημασία του και γραφόταν το εξής αποκαλυπτικό: «Τα κράτη - μέλη που αποδείχθηκαν ως πλέον ανθεκτικά κατά τη διάρκεια της κρίσης, μπορούσαν συχνά να βασίζονται σε πολιτικές για την αγορά εργασίας τις οποίες είχαν σχεδιάσει από κοινού εκπρόσωποι των εργαζομένων και των εργοδοτών».
Επίσης, σε έγγραφο (16/6/2016) όπου αναφέρονται τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το ζήτημα του «κοινωνικού διαλόγου», σημειώνεται η ανάγκη «για ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας του "Ευρωπαϊκού Εξαμήνου", σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση», ενώ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να «συνεχίσει να ερευνά, μαζί με το ίδιο και τους κοινωνικούς εταίρους, τρόπους για την ενίσχυση της συμμετοχής τους, σε επίπεδο ΕΕ, στην οικονομική διακυβέρνηση και το "Ευρωπαϊκό Εξάμηνο"». Επομένως, η διαδικασία που ξεκίνησε την περασμένη Τρίτη με πρωτοβουλία του υπουργείου Εργασίας για τον «κοινωνικό διάλογο», αναφορικά με τις νέες ανατροπές στα Εργασιακά, μόνο αθώα δεν είναι. Αυτό που χρειάζεται να συνειδητοποιηθεί είναι ότι ο «κοινωνικός διάλογος» είναι μέρος των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων, ουσιαστικό συστατικό τους, εργαλείο στα χέρια της εργοδοσίας και του κράτους, με την πρόθυμη στήριξη του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού. Με αυτό το κριτήριο πρέπει να τον αντιμετωπίσει το οργανωμένο κίνημα, να πολεμήσει τους φορείς που τον στήνουν και τη βάρβαρη πολιτική που υπηρετούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου