Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Αντιλαϊκή κλιμάκωση με όχημα τα "κόκκινα" δάνεια

χρηματοπιστωτικός τομέας στην Ευρώπη αγωνίζεται να προσαρμοστεί στην παρατεταμένη περίοδο χαμηλής ανάπτυξης", τονίζεται χαρακτηριστικά σε πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ.
Σε ό,τι αφορά τα «κόκκινα » δάνεια, τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται σε ΕλλάδαΚύπρο,ΙρλανδίαΙταλία και Πορτογαλία. Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΝΤ, μεγάλες τράπεζες στηΓαλλία και τη Γερμανία αντιμετωπίζουν «προκλήσεις», ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις στην Ευρωζώνη μειώθηκαν από την περίοδο της εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης κατά 15%και συνεχίζουν να παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με την ΤτΕ, «οι δυσμενείς μακροοικονομικές συνθήκες οδήγησαν σε ονομαστικές περικοπές μισθών, στην αύξηση της ανεργίας, στην αύξηση του ποσοστού των εργαζομένων σε θέσεις μερικής απασχόλησης και σε πιο ευέλικτες θέσεις εργασίας». Ως αποτέλεσμα των εξελίξεων, τα «μη εξυπηρετούμενα δάνεια», νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στο τέλος του 2015 έφταναν στο 44,2% της συνολικής μάζας των δανείων και σε απόλυτα μεγέθη στα 108 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον υπάρχοντα σχεδιασμό από την ΤτΕ, σε επίπεδο τεσσάρων συστημικών τραπεζικών ομίλων προβλέπεται ότι το 2019 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα πρέπει να έχουν μειωθεί κατά 40% ή 41 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά μέσον όρο η προβλεπόμενη μείωση φτάνει στα 13,5 δισ. το χρόνο για την ερχόμενη τριετία. Ο βασικός άξονας της διαχείρισης είναι η «επιτυχής αναδιάρθρωση των οφειλών», προκειμένου τα δάνεια αυτά να καταστούν «ενήμερα».
Εργα και ημέρες της συγκυβέρνησης
Σε ό,τι αφορά τη διεκπεραίωση των υποθέσεων του εγχώριου τραπεζικού κεφαλαίου και στο πλαίσιο της εφαρμογής του τρίτου μνημονίου, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, μεταξύ άλλων, έχει προχωρήσει και στα παρακάτω:
Με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δόθηκε μια πρώτη διευκόλυνση στις τράπεζες για τη διενέργεια πλειστηριασμών (με τιμή την εμπορική αξία και όχι την κατά πολύ ψηλότερη που ίσχυε).
Με τον νέο νόμο για τα «κόκκινα» δάνεια στις τράπεζες, η θηλιά των πλειστηριασμών σφίγγει ακόμη περισσότερο γύρω από την πρώτη κατοικία της λαϊκής οικογένειας.
Με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, μέσω της δανειακής σύμβασης που συνοδεύει το τρίτο μνημόνιο, στήριξαν το εγχώριο τραπεζικό κεφάλαιο. Είναι ξεκάθαρο, πλέον, το γεγονός ότι η χασούρα ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων φορτώθηκε στο κρατικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και μέσω αυτού στους κρατικούς προϋπολογισμούς και των επόμενων ετών και βέβαια στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων.
«Ανοίγει» η δευτερογενής αγορά τραπεζικών δανείων (εξυπηρετούμενων και «κόκκινων»), με τη δυνατότητα των εγχώριων τραπεζικών ομίλων να τα μεταβιβάζουν σε άλλους «επενδυτές». Ηδη οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα πώλησης «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων αυτοαπασχολούμενων, επαγγελματιών, «μικρομεσαίων» επιχειρήσεων, καθώς και «κόκκινων» στεγαστικών δανείων πρώτης κατοικίας πάνω από 140.000 ευρώ και βέβαια όλων των «κόκκινων» στεγαστικών που δεν αφορούν σε πρώτη κατοικία.
Από το Γενάρη του 2018, απελευθερώνεται» το σύνολο των δανείων για πρώτη κατοικία και για ποσά κάτω από 140.000 ευρώ.
Ο "Κώδικας Δεοντολογίας"
«Ο αποχαρακτηρισμός του δανειολήπτη ως συνεργάσιμου μπορεί να έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό του από ειδικές ευεργετικές διατάξεις της νομοθεσίας», αναφέρεται χαρακτηριστικά στον αναθεωρημένο «Κώδικα Δεοντολογίας» των τραπεζών, που καταρτίστηκε από την Τράπεζα της Ελλάδας και δημοσιεύθηκε την προηγούμενη βδομάδα στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
Σε κάθε περίπτωση, ανοίγει ο δρόμος για κατασχέσεις και πλειστηριασμούς ακόμη και για την πρώτη κατοικία της λαϊκής οικογένειας, καθώς «ο αποχαρακτηρισμός του δανειολήπτη ως συνεργάσιμου», σύμφωνα με τον νέο Κώδικα, «μπορεί να έχει συνέπεια τον εκπλειστηριασμό της κύριας κατοικίας του». Ταυτόχρονα και παράλληλα, σφίγγει ακόμη περισσότερο η θηλιά των εκβιασμών και των απειλών απέναντι στα οικονομικά αδύναμα νοικοκυριά, που εξαναγκάζονται να προσέλθουν στις τράπεζες για να συμφωνήσουν, επί της ουσίας, σε εξατομικευμένα μνημόνια συνεργασίας, έτσι ώστε να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των τραπεζικών ομίλων και των μεγαλομετόχων τους.
Στις τραπεζικές «λύσεις διευθέτησης» για τα λαϊκά νοικοκυριά συγκαταλέγονται και τα παρακάτω:
  • Πώληση και ενοικίαση του ακινήτου. Ο δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου στην τράπεζα και στη συνέχεια μπορεί να έχει το δικαίωμα της διαμονής στην κατοικία του έναντι ενοικίου, «για μια ελάχιστη περίοδο». Με το συγκεκριμένο μέτρο στηρίζονται οι ισολογισμοί των τραπεζών, στις οποίες θα ανήκει η ακίνητη ιδιοκτησία των πελατών τους.
  • «Εθελοντική παράδοση» του ακινήτου. Ο δανειολήπτης που αδυνατεί να εξυπηρετήσει το χρέος, μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου στην τράπεζα και στη συνέχεια, σε συμφωνία με την τράπεζα, «διατυπώνεται σαφώς ο τρόπος διευθέτησης» για τυχόν υπολειπόμενα ποσά.
  • «Εθελοντική εκποίηση ακινήτου». Ο δανειολήπτης προχωρά «οικειοθελώς» στην πώληση του ακινήτου σε τρίτους, μετά από τη σύμφωνη γνώμη της τράπεζας. Σε περίπτωση που το τίμημα πώλησης είναι χαμηλότερο από την οφειλή, η τράπεζα προχωρά σε «διαγραφή» του υπολειπόμενου ποσού.
  • Υπό προϋποθέσεις προβλέπονται ρυθμίσεις όπως αυτές που ήδη εφαρμόζουν οι τράπεζες (χρονική μετακύλιση, μείωση επιτοκίων κ.ά.).
Την ίδια ώρα, η διαχείριση των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων ανοίγει το δρόμο για μαζικές αναδιαρθρώσεις βιώσιμων επιχειρήσεων, αλλά και κλάδων της οικονομίας και της παραγωγής που χαρακτηρίζονται για τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Σε αυτό το επίπεδο, ο «Κώδικας Δεοντολογίας» προβλέπει:
  • «Λειτουργική αναδιάρθρωση επιχείρησης». Μπορεί να περιλαμβάνει ενέργειες όπως η αλλαγή της διοίκησης, η πώληση περιουσιακών στοιχείων, ο περιορισμός του κόστους κ.ά.
  • Συμφωνία ανταλλαγής χρέους με μετοχικό κεφάλαιο, δηλαδή τη συμμετοχή των τραπεζών στις επιχειρήσεις, ή και άλλων «επενδυτών» που θα εξαγοράσουν τα «κόκκινα» δάνεια.
Ρίσκα και αβεβαιότητες
Η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), στην πρόσφατη έκθεση για την «επισκόπηση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος», επισημαίνει: «Στο βαθμό που οι τράπεζες δεν προβούν σε αναδιαρθρώσεις των χαρτοφυλακίων τους (π.χ. περιορισμός του κόστους εξυπηρέτησης των δανείων μέσω της αναχρηματοδότησης υφιστάμενων δανείων με ευνοϊκότερο για τις εταιρείες επιτόκιο, ανταλλαγή εταιρικού χρέους με μετοχικό κεφάλαιο), τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αναμένεται να αυξηθούν και κατά τη διάρκεια του 2016, ακόμη και στην περίπτωση ομαλοποίησης των μακροοικονομικών συνθηκών (...)».
Ταυτόχρονα, η ΤτΕ «βλέπει» σειρά από κινδύνους που συνδέονται με τους παρακάτω παράγοντες:
α. Οι μακροοικονομικές συνθήκες είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις αναμενόμενες. Στην περίπτωση αυτή οι τράπεζες θα χρειαστεί να προσαρμόσουν περαιτέρω τα επιχειρηματικά τους μοντέλα για να αντιμετωπίσουν τις συνεχιζόμενες υποτονικές οικονομικές συνθήκες.
β. Η μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της αφερεγγυότητας δεν αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότερη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, οπότε θα επηρεαστεί η ικανότητα των τραπεζών να επεκτείνουν τις πιστώσεις τους προς την πραγματική οικονομία.
γ. Η πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο από το αναμενόμενο, οπότε τα μέτρα εξυγίανσης δεν θα μπορέσουν να αντισταθμίσουν την περαιτέρω αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
δ. Μια ενδεχόμενη παράταση της ύφεσης στην ελληνική οικονομία επηρεάζει πτωτικά και τις αγορές ακινήτων. Σε αυτήν την περίπτωση, «θα επηρεαστεί σημαντικά και η δυνατότητα των τραπεζών να ανακτήσουν τα οφειλόμενα ποσά μέσω ρευστοποίησης των ενυπόθηκων εξασφαλίσεών τους». Σε αυτό το πλαίσιο, διατυπώνονται αμφιβολίες για το κατά πόσον οι τράπεζες θα καταφέρουν να βάλουν στο χέρι τις εμφανιζόμενες οφειλές, ακόμη και μέσω των πλειστηριασμών ακίνητης περιουσίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου